Ο Λίνδιος Τιμαχίδας ή Τιμαχίδης και το “Χρονικό της Λίνδου”

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Γ’ ΜΕΡΟΣ

Επίσης και κατά το 401 π.Χ., όταν ο Κύρος ο νεότερος εξεστράτευσε κατά του αδελφού του Αρταξέρξη του  Μνήμονος, που υποστηριζόταν από τη Σπάρτη, μετείχαν στη στρατιά αυτή και οι Ρόδιοι, ως σύμμαχοι των Σπαρτιατών και διακρίθηκαν ως άριστοι σφενδονητές.

Ως προς την επιδεξιότητα αυτή των Ροδίων, σχετική είναι και η αφήγηση του Ξενοφώντα: “...Ακούω δ’ είναι εν τω στρατεύματι ημών Ροδίους, ως τους πολλούς φασίν επίστασθαι σφενδονάν και το βέλος αυτών και διπλάσιον φέρεσθαι Περσικών σφενδονών... ίσως τινές φαινούνται ικανοί ημάς ωφελείν” (Ξενοφώντος “Ελληνικά”, 15,19).

Εξάλλου, ένα μεγάλο μέρος των 160 και πλέον πλοίων του στόλου του Αλέξανδρου δεν ήσαν όλα Μακεδονικά, αλλά τα είχαν στείλει και οι λοιπές ελληνικές πόλεις, που συμμετείχαν στην Κορινθιακή Συμμαχία, μεταξύ αυτών η Ρόδος και η Κύπρος, που είχαν, επιπρόσθετα, επωμιστεί και με τις δαπάνες συντήρησής τους, ως ένα σημείο, τουλάχιστον. Διότι, είναι γεγονός ότι, όταν ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για τη μεγαλύτερη εκστρατεία, που επιχειρήθηκε στην αρχαιότητα, φεύγοντας άφησε ελλειμματικό ταμείο στο κράτος του. (Πάπυρου Λαρούς, τόμος Ε’, σελ. 265).

Και η οικονομική συμμετοχή αυτή της Ρόδου στην πολύχρονη εκστρατεία του Μακεδόνα Στρατηλάτη ήταν καθοριστική, τον πρώτο τουλάχιστον καιρό, προκειμένου  να αντιμετωπίσει τις περσικές δυνάμεις, ενώ παράλληλα εξασφάλισε και την κυριαρχία στο Ανατολικό Αιγαίο, θαλάσσια περιοχή στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η Ρόδος. Και ακόμη το 331 π.Χ., όταν ύστερα από αίτηση των Χίων και Κώων ο Αλέξανδρος δέχθηκε να αποσύρει από τα νησιά τους τις Μακεδονικές φρουρές της Ρόδου, ωστόσο, αν και δεν του το ζήτησαν οι Ρόδιοι, ο Στρατηλάτης δεν τις διέλυσε, καθόσον η συμμαχία μεταξύ τους συνεχιζόταν.

Για την καλή διαχείριση των οικονομικών του απέραντου Κράτους του, ο Αλέξανδρος, όταν αναχωρούσε από την Αίγυπτο για την Ασία επέλεξε και με αυτοκρατορική απόφαση διόρισε δύο στενούς έμπιστους ανθρώπους του, ο ένας εκ των οποίων ήταν ο Αισχύλος ο Ρόδιος. Σύμφωνα, με όσα γράφει ο Ρωμαίος ιστορικός ο Κούρτιος (Curtius): “Ha que Aegypto praebecit (Alexander) Aeschylum Rhodium et Pencestem Macedonen”. (Λοιπόν, διόρισε προϊσταμένους (επάρχους) στην Αίγυπτο (ο Αλέξανδρος, τον Αισχύλο το Ρόδιο και τον Μακεδόνα Πενσέστεμ).

Πρέπει δε, να αναφερθεί ότι ο Αισχύλος ο Ρόδιος ήταν ανωτέρου βαθμού αξιωματικός του Μεγάλου Αλέξανδρου και σε κάποια φάση της εκστρατείας ορίστηκε, παράλληλα με τα προηγούμενα καθήκοντά του, ως αρχηγός της νηοπομπής, που θα μετέφερε στη Μακεδονία την πρώτη αποστολή των θησαυρών. (Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τόμος 1ος).
Επίσης, κατά τη διαδρομή της μεγάλη, εκστρατείας της διετίας 325-324 π.Χ. ο Αλέξανδρος είχε ορίσει αρμόδιο υπεύθυνο “επί των χρημάτων” τον Ρόδιο Αντιμένη. (O Αντιμένης ο Ρόδιος τοποθετήθηκε με τη σημερινή έννοια του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Ήταν εκ των πλέον οικονομολογικά καταρτισμένων της εποχής του, ως ο πρώτος ασφαλιστής στον κόσμο).
***

Οι συγγραφείς Εδουάρδος Μπιλιότης και Αββά Κοτρέ στο έργο τους: “Η Νήσος Ρόδος, 1881” αναφέρουν: “Ο Αλέξανδρος ο Μέγας, αφινόμενος εις Ρόδον, έσπευσε να μεταβεί προς επίσκεψιν Αθηνάς Λινδίας”.
Η επίσκεψη αυτή του Αλέξανδρου στη Ρόδο πρέπει, προφανώς, να έγινε πριν τη δεύτερη επίσκεψή του στην Κόρινθο. Τότε θα οριστικοποιήθηκε και ο αριθμός των στρατιωτών, που θα συμμετείχαν ανάλογα, όπως και οι λοιπές πόλεις-κράτη της Ελλάδας, πλην Λακεδαιμονίων, ως προηγούμενα αναφέρεται, εναντίον των Περσών. Επίσης και ο Πλούταρχος αναφέρει ότι στην επιστροφή του από την Κόρινθο ο Αλέξανδρος πέρασε από τους Δελφούς και πήρε χρησμό αίσιο περί της εκστρατείας.
Αξιόλογοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα -ίσως το σπουδαιότερο- ήταν η ένωση των Ελλήνων σε συμμαχία και η μετατροπή της σε πολιτική ένωση (Σπύρος Δ. Συρόπουλος. “Το δέρμα του Τράγου”, Θεσσαλονίκη 2003).

Φωτοαντίγραφο από τη σελίδα 179 του πρώτου τόμου  της εργασίας των Δανών αρχαιολόγων K.F. Kinch και (hr. Blinkenberg. Είναι γραμμένο το ανάθημα, που κατέθεσε ο Μέγας Αλέξανδρος το 331 π.Χ. στο Ναό της Λινδίας Αθηνάς, μετά τη νικηφόρα μάχη των Γαυγαμήλων. Τα Γαυγάμηλα είναι αρχαία πόλη της Ασσυρίας στις όχθες του ποταμού Τίγρη, όπου ο Μακεδόνας Στρατηλάτης νίκησε το στρατό του Δαρείου.
Εν τω μεταξύ, ο γεωγράφος Στράβων παραδίδει την άποψη ότι το τοπωνύμιο σήμαινε “καμήλου οίκος”, επειδή εκεί διέμεινε ο φροντιστής της βασιλικής καμήλας του Δαρείου Υστάσπου. (Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002).
***

Εξάλλου, δύο άλλα γεγονότα μαρτυρούν το στενό συμμαχικό δεσμό Ρόδου και Μεγάλου Αλέξανδρου. Το 332 π.Χ. οι Ρόδιοι πολέμησαν μαζί με το Μέγα Αλέξανδρο εναντίον της Τύρου, πόλη της αρχαίας Φοινίκης. Η Φοινίκη, είναι αρχαία χώρα της Μέσης Ανατολής, που εκτεινόταν στα εδάφη του σημερινού Λιβάνου και σε τμήμα της σημερινής Συρίας και του Ισραήλ.
Κατά την επτάμηνη μάχη πολιορκίας της Τύρου συμμετείχαν με τα πλοία τους και Κύπριοι, ενώ οι Ρόδιοι με δέκα δικές τους τριήρεις, εφοδιασμένες με καταπέλτες επανδρωμένες με τοξότες, περιέπλεαν το τείχος της Τύρου και στέκονταν σε απόσταση βέλους από αυτό. Και χωρίς να παρέχουν ενδείξεις σε ποιά σημεία θα ενεργούσαν επίθεση, συνετέλεσαν στην άλωση της Τύρου. (Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους”, τόμος 4ος, σελ. 98-99).
***

Την άνοιξη του 331 π.χ. οι Ρόδιοι συμμετέχουν πρόθυμα, με οικονομική συνεισφορά, στην ίδρυση της Αλεξάνδρειας, μια και που τα εμπορικά τους συμφέροντα με την Αίγυπτο ήταν μεγάλα. Τη μελέτη των σχεδίων της Αλεξάνδρειας που στάθηκε η μεγαλύτερη συμβολή του Αλέξανδρου στην προσπάθεια σύνδεσης της Αιγύπτου με τον Ελληνικό κόσμο, την ανέθεσε σε Ρόδιο την καταγωγή. Και προς τούτο, είναι ενδεικτικό ότι την Αλεξάνδριεα την κατοίκησαν κατ’ αρχήν, ως επί το πλείστον, Έλληνες.
Εξάλλου, στην πολιτική οργάνωση της Αλεξάνδρειας φαίνεται πως μιμήθηκαν τη Ροδίτικη κι έτσι, ένα νησιάκι μπροστά στο λιμάνι τους το ονόμασαν Αντίρροδο, “ως αν της Ρόδου “Εφάμιλλον”, λέγει ο Στράβωνας. Άλλο, επίσης, χαρακτηριστικό του συνδέσμου Ρόδου-Μεγάλου Αλέξανδρου είναι ότι από τους καλλιτέχνες, που έδρασαν στο άμεσο περιβάλλον του, οι σπουδαιότεροι σχετίζονται με τη Ρόδο: ο Λύσιππος, ο Απελλής, ο Αγκαίου, ο Δεινοκράτης κ.α. (Χρ. Καρούζος, “Η Ρόδος”, Αθήνα 1972).

Κατά τον Πλούταρχο, ο Αλέξανδρος, «...ίδρυσε σημεία σε 70 πόλεις με την ονομασία Αλεξάνδρεια -από τις οποίες γνωστές είναι περισσότερες από 20.
Με την πολιτική αυτή, παράλληλα και την κυκλοφορία ενιαίου νομίσματος, δημιουργήθηκε ένας ευρύτερος και ενιαίος οικονομικός και πολιτιστικός χώρος, παρά την κατάτμηση της Αυτοκρατορίας, μετά το θάνατό του. Γεννήθηκαν νέες πόλεις, νέα κέντρα εμπορίου και πολιτισμού, νέες πολιτικές αντιλήψεις. Ο ελληνικός πολιτισμός υπερέβη τα γεωγραφικά όρια, η Ανατολή εξελληνίστηκε και συγχρόνως ο ελληνικός κόσμος δέχτηκε ανατολικές επιδράσεις. Όλα αυτά συνδυασμένα έφεραν, ανέτειλαν μια νέα εποχή, τη λεγόμενη ελληνιστική (Εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τόμος 2ος).

Πασίγνωστο, δε, είναι ότι η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας κατά πρώτον και εκείνη της Περγάμου κατά δεύτερον, συγκαταλέγονται στην πρώτη σειρά των πνευματικών κέντρων της Οικουμένης. Δυστυχώς, και από τις δύο αυτές βιβλιοθήκες με την αρχική τους μεγαλοπρέπεια δεν σώζεται τίποτα, αν και με την αρωγή του ελληνικού κράτους η Αλεξανδρινή βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Και οι δύο καταστράφηκαν από πυρκαγιά ή άλλη αιτία, γύρω στον 4ο μ.Χ. αιώνα.

Ο αριθμός των βιβλίων και των δύο βιβλκιοθηκών ήταν τεράστιος και ξεπερνούσε τις 500.000. Εάν δεν καιγόταν η Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη και σωζόντουσαν τα βιβλία της, ως και οι διάφοροι πάπυροι κ.λπ. είναι βέβαιο ότι σήμερα θα είχαμε περισσότερα και εγκυρότερα στοιχεία, σχετικά με την Αρχαία Ελλάδα, καθώς και τη Ρόδο ειδικότερα. Αργότερα, όταν ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος οργάνωσε συστηματικά την Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη, πήρε από τη Ρόδο πολλά βιβλία για τον εμπλουτισμό της.

Ένα άλλο ακόμη γεγονός που τιμά τους Ροδίους της εποχής εκείνης είναι ότι μεταξύ των βιβλιοθηκαρίων, που ανέλαβαν την πρωτη ταξινόμηση και αρχειοθέτηση των βιβλίων της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης, άλλοι λένε ότι χρημάτισε και Διευθυντής της συμπεριλαμβανόταν και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς, Τόμος 11ος, σελ. 545).
Η σχέση, όμως, της Ρόδου με τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν ήταν μεν εχθρικές, αλλά όχι και τόσο ειδυλλιακές. Το 321 π.Χ. μετά το θάνατο του Αλέξανδρου, ο Άτταλος, Μακεδόνας Στρατηγός, έσπευσε στην Τύρο και πήρε (ιδιοποιήθηκε) τους θησαυρούς, που βρίσκονταν εκεί. Αφού στρατολόγησε σημαντικές δυνάμεις, προσπάθησε να καταλάβει τα παράλια της Μικράς Ασίας, αλλά εμποδίστηκε από τους Ροδίους (Εγκυκλοπαίδεια Λαρούς, τόμος 10ος, σελ. 15).

Η διαθήκη του Μεγ. Αλέξανδρου
Κλείνοντας τη σύντομη εργασία μας θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούν τα της διαθήκης του Μεγάλου Έλληνα Μακεδόνα. Οι προαναφερθέντες Δανοί αρχαιολόγοι Kinch και Blinkenberg, έχουν εκδόσει τρεις τόμους στη γαλλική, που υπάρχουν και στην αξιόλογη βιβλιοθήκη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου και αναφέρονται στις τότε ανασκαφές.

Υπάρχουν, δε, και φωτογραφίες του “Χρονικού” και των λοιπών ευρημάτων. Σε πολλά, όμως, κεφάλαια του τρίτομου αυτού έργου, υπάρχουν περίοδοι με περιγραφή στην αρχαία ελληνιή, όπως για παράδειγμα, «το Χρονικό της Λίνδου», ως και τα ονόματα των Ιερέων του Ναού της Λινδίας Αθηνάς. Υπάρχουν επιγραφές για 42 περιπτώσεις αφιερωμάτων. Όπως για παράδειγμα: Οι ασπίδες από την εκστρατεία του Κλεόβουλου στη Λυκία, ένας θώρακας που τον αφιέρωσε η Άμεσις, τα χρυσά βουκέφαλα και τα όπλα -μάλλον λάφυρα της μάχης- του Μακεδόνα Βασιλιά Αλέξανδρου, λάβητας από χαλκό αρχαίου ρυθμού, που έφερε επιγραφή με φοινικά γράμματα, προσφορά του Κάδμου, φαρέτρα αργυρή, προσφορά του Μηριόνη (μυθικού ήρωα από την Κρήτη κ.ά.).

Η περιγραφή, όσον αφορά το διπλούν αφιέρωμα  που έστειλε με ειδική αποστολή ο Αλέξανδρος αναφέρει: «Βασιλεύς Αλέξανδρος Βουκεφάλα εφ’ ων επιγέγραπται: Βασιλεύς Αλέξανδρος μάχαι κρατήσας Δαρείου και κύριος γενόμενος τας Ασίας έθυσε τα Αθάνα τα Λινδία κατά μαντείαν επί ιερέως Θεογένους του Πιστοκράτους. Περί τούτων των Λινδίων χρηματισμοί περιέχοντι. Ανέθηκε δε και όπλα εφών επιγέγραπται».
Το αφιέρωμα του Αλέξανδρου το αναφέρει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης: «Βασιλεύς Αλέξανδρος μάχα κρατήσας Δαρείου έθυσε τα Αθάνα Λινδία κατά μαντείαν».
Οι Έλληνες, οι απανταχού της γης είμαστε πάντοτε υπερήφανοι για το παρελθόν μας. Και κατανοούμε ανεπιφύλακτα ότι τα Μνημεία, οι επιγραφές και η ιστορία μιλάνε από μόνα τους, είναι η μεγάλη μας δύναμη.

Δυστυχώς μέχρι σήμερα, απ’ όσα τουλάχιστον είναι γνωστά, δεν καταβλήθηκε καμιά σοβαρή προσπάθεια για να επιτευχθεί η επιστροφή του “Χρονικού της Λίνδου” και των λοιπών ευρημάτων στη φυσική τους θέση, που είναι η Ακρόπολη της Λίνδου. Αλλ’ ούτε και η Αρχαιολογική Υπηρεσία Δωδεκανήσου ενδιαφέρθηκε να ετοιμασθεί ένας πλήρης φάκελλος με όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης ώστε, έστω και τώρα να αρχίσουν οι επίσημες διαδικασίες προβολής του αιτήματος στη Δανική Κυβέρνηση.

Τώρα, χωρίς να παρελθοντολογούμε συνέχεια και εφόσον και οι τωρινές συγκυρίες έχουν ωριμάσει και η κοινή γνώμη είναι περί τούτου ευαισθητοποιημένη, επιβάλλεται συντονισμένα, με επικεφαλής την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ώστε το θέμα της επιστροφής των αρχαίων μας κειμηλίων, που βρίσκονται στο εξωτερικό, ή μέρος εξ αυτών, αρχής γενομένης από το “Χρονικό της Λίνδου” και άλλων παρομοίων της εποχής εκείνης, να αναδειχθεί Πανδωδεκανησιακό αίτημα.

Τελειώνοντας, μια και αναφερόμαστε για αρχαία, ας συμμορφωθούμε με όσα μας άφησε ως παρακαταθήκη, επί του προκειμένου, ο Αθηναίος Νομοθέτης και φιλόσοφος Σόλων, ο οποίος χρησιμοποίησε τα πνευματικά του εφόδια θετικά για την κοινωνική και οικονομική ανόρθωση της Πατρίδας του. Που αναδείχθηκε ο σπουδαιότερος άνδρας της εποχής του και κατατάσσεται μεταξύ των Επτά Σοφών της Αρχαίας Ελλάδας· και ο οποίος τόλμησε και πέτυχε το νομοθετικό μέτρο της “σεισάχθειας”, την αποκοπή των χρεών και τον οποίο ο συμπατριώτης μας Κλεόβουλος τον είχε στη δημοκρατούμενη Λίνδο το 569 π.Χ. προκειμένου να αποφύγει την τυραννίδα του Πεισίστρατου. Μας λέγει, λοιπόν, ο Σόλων: Το ζητούμενον αλωτόν· εκφεύγει, δε, τ’ αμελούμενον». (Αυτό που ζητάς το βρίσκεις· χάνεις, δε, αυτό που αμελείς).