Ρόδος: Γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά Καστέλλου

Eπιμέλεια -  φωτογράφηση Μιχάλης Μαννάκης
Email: mannakis.m@gmail.com
Με την στήριξη της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (Τμήμα Πολιτισμού)


Η παραδοσιακή φορεσιά, που από το 1900 μέχρι σήμερα φορούσαν οι γυναίκες των ορεινών παρααταβύριων χωριών Καστέλλου (τώρα Κρητηνία) και Έμπωνα, σήμερα είναι ευρύτερα γνωστή ως «Ροδίτικη φορεσιά», επικρατώντας των υπόλοιπων παραδοσιακών ενδυμασιών του νησιού λόγω των πολύχρωμων κεντημάτων της «πουκαμίσας», σε χειροποίητο υφαντό ύφασμα, των πολύχρωμων σιριτιών και κορδελών ραμμένων συμμετρικά στο «εξωφούστανο», του όμορφου  πολύχρωμου κεφαλομάντηλου που στολίζει περίτεχνα το κεφάλι της γυναίκας με το ιδιαίτερο δέσιμό του, και των εντυπωσιακών χειροποίητων στιβανιών από τραγίσιο δέρμα που τη συμπληρώνουν.

Θεωρείται μια από τις ωραιότερες παραδοσιακές φορεσιές της Χώρας μας και εντυπωσιάζει τις χιλιάδες των τουριστών που επισκέπτονται το νησί μας καθώς σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο ωραία παραδοσιακά σύμβολα της Ρόδου. Η φορεσιά αυτή εξακολουθεί να είναι η κυρίαρχη παραδοσιακή φορεσιά για το ιστορικό χωριό Κάστελλος και τώρα Κρητηνία, το οποίο ήταν Διοικητικό Κέντρο με μεγάλη ισχύ από το 1912 έως το 1943 ως πρωτεύουσα της μεγαλύτερης από τις τρεις «μουδιρίες» της Ρόδου με 16 χωριά, μεταξύ αυτών  και το αδελφό χωριό Έμπωνα, αφού οι ρίζες των περισσοτέρων κατοίκων του Έμπωνα ξεκινούν από την Κάστελλο, όπου υπάρχει και φυλάσσεται η παλαιότερη φορεσιά, η οποία υφάνθηκε και κεντήθηκε  το 1896 με 1898 από την Παναγιούλα Σταματέλου-Κοντουδάκη την οποία φόρεσε την Δευτέρα του γάμου της εικ.1.

Οι κάτοικοι των Παρααταβύριων χωριών, όλους τους αιώνες της υπόδουλης ζωής τους, έφτιαχναν τα ενδύματά τους από δικές τους πρώτες ύλες, όπως μαλλί και δέρμα που έπαιρναν από τα ζώα τους, νήματα που έφτιαχναν από το βαμβάκι που καλλιεργούσαν ή το μαλλί των ζώων τους και αργότερα από μετάξι το οποίο έπαιρναν από τους μεταξοσκώληκες που εξέτρεφαν. Οι γυναίκες αγρότισσες έπλυναν, μαγγάνιζαν το μαλλί ή το βαμβάκι, το λανάριζαν, το αδράχτιζαν με τη βοήθεια της ανέμης, το έκλωθαν με τη ρόκα και στη συνέχεα το στημόνι το ύφαιναν στην βουά (αργαλειό). Αφού ύφαιναν το μαλλί και το βαμβάκι, φτιάχνοντας το ράσενο ύφασμα και το βαμβακερό, αντίστοιχα, έκοβαν και με τη βοήθεια της «σακοράφας» έραβαν τα ρούχα τους χρησιμοποιώντας ανάλογα με την εποχή το κατάλληλο ύφασμα, ράσενο για τον χειμώνα και βαμβακερό για το καλοκαίρι. Στις αρχές του 20ου αιώνα αναπτύχθηκε στην Κάστελλο το εμπόριο με αφετηρία το λιμάνι της «Κοπριάς», οι έμποροι από τη Σύμη, τη Χάλκη, την Αλεξάνδρεια, την Αίγυπτο, την Ανατολή άρχισαν να φέρνουν υφάσματα, βελούδα, κλωστές, σιρίτια, μαντήλια. Ήρθαν οι βαφτάδες και τα λευκά υφαντά άρχισαν να βάφονται  μαύρα ή μπλε. Τότε αρχικά φτιάχνεται το μαύρο εξωφούστανο εφαρμοστό στο μπούστο, με σούρα στη μέση και μαύρη ζώνη που την έπλεκαν με τα «καλαμάκια», ενώ στη συνέχεια το συναντάμε με «βατάνια» στο μπούστο και τρεις ή τέσσερις σειρές «βατάνια» στο ποδόγυρο.

Μέσα από αφηγήσεις, παλιές φωτογραφίες αλλά και από εκδηλώσεις με παραδοσιακές ενδυμασίες, μάθαμε ότι το πρώτο γυναικείο ένδυμα του χωριού μας, της Καστέλλου και σήμερα Κρητηνίας, ήταν το «κουφτιάνο», μονοκόμματη λευκή πουκαμίσα με μακριά μανίκια και σούρα στη μέση, από υφαντό ύφασμα βαμβακερό ή ράσενο ανάλογα με την εποχή. Λεπτομέρεια της ύφανσης στον ποδόγυρο της πουκαμίσας και στην άκρη των μανικιών ήταν τα «πλουμάκια» υφασμένα με βαμμένο στημόνι από φυτικά υλικά. Στο κεφάλι έδεναν υφαντό λευκό ύφασμα σαν πετσέτα ενώ στα πόδια φορούσαν κάλτσες φτιαγμένες από στημόνι και μπότες από κατεργασμένο δέρμα ζώου. Ανάλογη ήταν και η ανδρική φορεσιά που αποτελείτο από λευκό υφαντό πουκάμισο, λευκή υφαντή βράκα (σαλβάρι) που σούρωνε στη μέση, κάλτσες και στιβάνια.

Την τοπική-καλή φορεσιά οι κοπέλες της Κρητηνίας την φορούσαν από την παιδική τους ηλικία. Είχαν μάλιστα καθιερώσει να «γκινιάζουν» καινούρια φορεσιά στις μεγάλες Χριστιανικές εορτές όπως Χριστούγεννα, Μεγάλος Λόγος (Ανάσταση) καθώς και σε γιορτινές εκδηλώσεις (αρραβώνες, πανηγύρια). Ενδυματολογικά μπορούμε να την κατατάξουμε στην κατηγορία της φορεσιάς με φουστάνι αφού αποτελείται από το πουκάμισο με πλούσια κεντήματα στο ποδόγυρο, στα μανίκια και στην τραχηλιά (γύρω από τον λαιμό), την άσπρη μακριά βράκα, το φουστάνι που φοριέται πάνω από το πουκάμισο, το ζωνάρι, τον κεφαλόδεσμο και τα υποδήματα.

Ένα από τα κύρια κομμάτια της, το πουκάμισο, η λεγόμενη και πουκαμίσα (αλλού συναντάται και ως μαλιόλα ή γρίσπα) εικ.2, είναι λευκό με σούρα στη μέση και άνοιγμα στο στήθος το οποίο κλείνει με δύο κορδονάκια «τα θηλύκια» και είναι από βαμβακερό ύφασμα το οποίο ύφαιναν στην «βουά» (αργαλειός) οι ίδιες οι γυναίκες. Για να φτιαχτεί χρειαζόταν 4-5 μέτρα ύφασμα το οποίο χωρίζεται σε τέσσερα «πετσιά» (κομμάτια) που στη συνέχεια ενώνονταν μεταξύ τους με τις «βούγιες» (ραφές). Ιδιαίτερη τέχνη και μεγάλη δεξιότητα απαιτείτο για να γίνουν τα «πλουμάκια», ψιλοδουλεμένα κεντήματα που στόλιζαν το στήθος, την άκρη των μανικιών εικ.3 και το γύρο της πουκαμίσας εικ.4, τα οποία προσδιόριζαν το γούστο και την επιδεξιότητα της γυναίκας που τα κεντούσε και έκαναν την κάθε φορεσιά ένα ξεχωριστό κομμάτι.

Το καθένα απ’ αυτά τα πλουμάκια είχε και τη δική του ονομασία όπως: τυλιάδια, τσαττισμένα, πινακοτήλλια, φτερά τα οποία κεντιούνταν από την ανάποδη, μηλιές, μισομηλιές, αστρουάκια (αστεράκια), πινάκια, καραφύλλια, χαρκιτάκια, άγκωνα, βωλαράκια, κατσουνάκια τα οποία κεντιούνταν από την ανάποδη, ματάκια, ενώ το κέντημα που γίνεται κάθετα στις ραφές του γύρου της πουκαμίσας και μοιάζει με μικρό σκίσιμο λέγεται γρίππος. Στον γρίππο κεντούσαν ματάκια και μισοβώλαρα ή κατσουνάκια. Στον μπούστο της πουκαμίσας άλλες γυναίκες κεντούσαν τυλιάδια πανωτά τα οποία κεντούσαν οριζόντια καθώς και φτερά, ενώ άλλες  δεξιά και αριστερά του ανοίγματος του μπούστου κεντούσαν μηλιές στο κέντρο, μισομηλιές δεξιά και αριστερά από τις μηλιές και στόλιζαν τις άκρες με άγκωνα και βωλαράκια. 

Γύρω από τη λαιμόκοψη κεντούσαν φεστόνι με βαγιά. Στο κάτω μέρος του γύρου άλλες γυναίκες κεντούσαν καραφύλια με το μάτι και στο πάνω μέρος του γύρου κεντούσαν την στράτα ενώ τον γρίππο τον στόλιζαν με τυλιάδια, άλλες γυναίκες πάλι στο κάτω μέρος κεντούσαν τη στράτα ανάποδα πλουμισμένη, πινάκια με τρία χαλιά, άγκωνα και φτερά ενώ το γρίππο τον στόλιζαν με μισομηλιές, μισοβώλαρα και τυλιάδια. Στο τελείωμα των μανικιών άλλες γυναίκες κεντούσαν τυλιάδια, βωλαράκια και άγκωνα ενώ άλλες κεντούσαν χρωματιστά τυλιάδια με φτερά. Κάτω από την πουκαμίσα φορούσαν, την μακριά βράκα που έφτανε κάτω από τα γόνατα και μέχρι το ύψος των υποδημάτων ώστε να μην μένει κανένα σημείο του σώματος ακάλυπτο. Η βράκα στερεωνόταν στη μέση με τη βρακοζώνη ενώ στα πόδια με δύο κορδονάκια τα «θυλήκια» και σκεπαζόταν τελείως από τη πουκαμίσα.  

Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν το φουστάνι ή αλλιώς ξεφόρι το οποίο αρχικά έφτιαχναν από υφαντό πανί και το έλεγαν «κουφτιάνο», στη συνέχεια όμως αγόραζαν έτοιμο πανί από το εμπόριο. Πρόκειται για ένα είδος φουστανέλλας χωρίς μανίκια και με πολλές «βάγκλες» (πτυχές) της οποίας το κάτω μέρος είναι στολισμένο με πολύχρωμες κορδέλες τα «βατάνια» (γαϊτάνια), με ζιρίττια και με κοπανάκια. Με τον ίδιο τρόπο εκοσμείτο, ο σφιχτός και ανοιχτός από μπροστά, με τρόπο που να αναδεικνύονται τα κεντήματα της πουκαμίσας,  μπούστος, ο οποίος ανασηκώνει ψηλά το στήθος θυμίζοντας αναπαραστάσεις γυναικών στις αρχαίες μινωικές τοιχογραφίες.

Το φουστάνι ήταν συνήθως μαύρο και έπαιρνε την ονομασία γυαλιστό ή φασινέ ανάλογα από την ποιότητα του υφάσματος από το οποίο ήταν φτιαγμένο. Στη μέση φορούσαν το ζωνάρι το οποίο ήταν «ράσενο», δηλαδή υφασμένο με μαλλί. Τα νεαρά κορίτσια συνήθως φορούσαν κόκκινο ή βυσσινί ζωνάρι και οι μεγαλύτερες γυναίκες μαύρο. Το πλέξιμο του ζωναριού απαιτούσε μεγάλη δεξιοτεχνία. Έδεναν το «όργιο» (βαμβακερό νήμα για ύφανση) στο ταβάνι και το έπλεκαν, κάνοντας μάλιστα και διάφορα σχέδια, με τα χέρια με τη βοήθεια καλαμιών, χωρίς να χρησιμοποιούν καθόλου βελόνες και σιγοτραγουδώντας «Έσκασεν ο διάβολος που μπλέετο η ζώνη δίχως  βελόνι». Τον μπούστο της φορεσιάς κοσμούσαν τα φλουριά, πάντα ανάλογα με την οικονομική ευχέρεια της κάθε οικογένειας, τα οποία ράβονταν κατά αρματτιές (ανά δώδεκα) κάθε αράδα και στο κάτω μέρος της αρματτιάς έβαζαν το μεγαλύτερο απ’ όλα τα φλουριά το πεντόλιρο. Τα μαλλιά τους τα έφτιαχναν πλεξούδες και στα αυτιά τους φορούσαν χρυσά χειροποίητα σκουλαρίκια σε διάφορα σχέδια όπως τρίκουμπα, δυόκουμπα, καμπάνες και φλουριά.

Απαραίτητο συμπλήρωμα της αρχοντικής αυτής φορεσιάς ο κεφαλόδεσμος ο οποίος αποτελείται από τη σκούφια και το μαντήλι. Η σκούφια ήταν ένα λευκό σκουφάκι το οποίο φορούσαν κάτω από το μαντήλι για να μην γλιστράει και στο σημείο που εφάρμοζε στο μέτωπο είχε μια κορδέλα (γαϊτανάκι) στολισμένη με μια σειρά από φλουράκια. Το μαντήλι εικ.5 που ονομάζεται «Συμιακό», είναι κλαδάτο, με μεγάλα τριαντάφυλλα σε έντονα χρώματα και κρόσσια, το «βαζανί» ήταν μελιτζανί με χρωματιστά τριαντάφυλλα, ειδικά το μαύρο μαντήλι με τα κόκκινα τριαντάφυλλα λεγόταν «κλεφτιράτο». Το δέσιμο του μαντηλιού στο κεφάλι γινόταν με ιδιαίτερο τρόπο έτσι ώστε να προσδίδει μεγαλοπρέπεια και να φανερώνει την περηφάνια των γυναικών της Καστέλλου. Για να δέσουν και να σταθεροποιήσουν το κεφαλόδεσμα χρησιμοποιούσαν καρφίτσες με κεφάλι από πορσελάνη σε διάφορα σχήματα, κοκοράκια, πετειναράκια, κουμπάκια κ.ά.

Πολλές φορές όταν πήγαιναν στην εκκλησία έριχναν πάνω τους ένα λευκό μαντήλι, το οποίο ξεκινούσε από το κεφάλι πάνω από το κεφαλόδεσμα, κεντημένο με μπιμπίλες (δαντέλες φτιαγμένες με τη βελόνα) με τρέμουσες. Στα πόδια τους φορούσαν κάλτσες και τα ποήματά τους (υποδήματα) λέγονταν στιβάνια και φτιάχνονταν από ειδικούς τεχνίτες, ήταν μακριές μπότες φτιαγμένες από τραγίσιο δέρμα και στερεωμένες σε πολύ χαμηλό τακούνι και στο πάνω μέρος είχαν μαύρο ή άσπρο (τα γιορτινά) δίπλωμα, το οποίο στολιζόταν με σειρές από σιδερένιες κάψουλες. Η συγκεκριμένη ενδυμασία διακρίθηκε κατά καιρούς σε διάφορες εκδηλώσεις και χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα: «Ώ Παναγιά Καθολική – πούχεις το μεγαλείο – γοήθα (βοήθα) του Καστελλενούς – που πήραν το βραβείο!!», το οποίο αφιερώθηκε στους νέους και τις νέες του χωριού μας που χόρεψαν προς τιμή του Διοικητή της Κρεμαστής. Επίσης γύρω στο 1935 στο γάμο του τότε βασιλιά της Ιταλίας έγινε επιλογή εμφανίσιμων νέων του χωριού μας εικ.6(νεαρές Καστελλενές το1935) οι οποίες φόρεσαν την παραδοσιακή φορεσιά της Καστέλλου και τους πήγαν στην Ιταλία όπου χόρεψαν προς τιμή του βασιλιά.

Εκτός από την «καλή» παραδοσιακή φορεσιά των γυναικών της Καστέλλου (Κρητηνίας), υπήρχε και η απλή φορεσιά, την οποία φορούσαν τις καθημερινές και τις Κυριακές εικ.7. Η φορεσιά αποτελείτο και αυτή από το άσπρο πουκάμισο και το μαύρο φουστάνι. Το πουκάμισο το έφτιαχναν με άσπρο ύφασμα από υφαντό στεμόνι και υφάδι χερόκλωστα, κλωσμένα δηλ. στο χέρι για να είναι πιο κατάλληλο το ύφασμα για το κέντημα. Το κέντημα σ’ αυτή τη φορεσιά ήταν απλό και το έκαναν με το χέρι χωρίς να το σταμπώσουν πρώτα, όπως έκαναν στο κέντημα της καλής φορεσιάς. Στο γύρο της πουκαμίσας κεντούσαν καϊκάκια, καραφύλια και στράτα, ενώ στον μπούστο κεντούσαν μόνο καραφυλάκια και στράτα. Κάτω από την πουκαμίσα φορούσαν την άσπρη μακριά βράκα. Το φουστάνι ήταν από «κάποττο» μαύρο βαμμένο ή τα πιο πρόχειρα από «φασονέ».

Στον ποδόγυρο του φουστανιού βάζανε τέσσερις σειρές «βατάνια» σε αντίθεση με την καλή φορεσιά που έβαζαν  πέντε σειρές.  Η ζώνη ήταν από μαύρο ράσενο (μάλλινο) νήμα  πλεγμένη στο χέρι. Στο κεφάλι φορούσαν μαύρο ψιλό μαντήλι σκουφωμένο με τέχνη ούτως ώστε να κρατάει τα μαλλιά τους, πλεγμένα συνήθως σε πλεξούδες,  ενώ πάνω από αυτό φορούσαν γύρω-γύρω άσπρο φαντό στενόμακρο μαντήλι, το τσεμπέρι. Το χειμώνα για να προφυλαχτούν από το κρύο φορούσαν πάνω από το φουστάνι την «καμουζέττα», ένα είδος κοντού γιλέκου με μανίκια.

Με την έλευση των Ιταλών κατακτητών στη Ρόδο το 1912  ήρθαν και νέα υφάσματα μεταξύ αυτών και ο χασές, λευκό μαλακό ύφασμα που κολλαριζόταν. Το 1920 ήρθαν και οι χειροκίνητες και στη συνέχεια ποδοκίνητες ραπτομηχανές  που άλλαξαν την ενδυματολογική μόδα της εποχής. Έτσι με τη βοήθεια όλων αυτών των ραπτικών μέσων, που έφτασαν και στο χωριό μας, φτιάχτηκε το «μπουκασί» μια φορεσιά που την φορούσαν το καλοκαίρι και τις γιορτές. Το «μπουκασί» ήταν άσπρο φουστάνι από αγοραστό ύφασμα, για όσες μπορούσαν να το αγοράσουν ή υφαντό,  στολισμένο μόνο με βατάνια. Στο γύρο του φουστανιού έβαζαν πέντε σειρές βατάνια, όπως και στην καλή φορεσιά, ενώ στον μπούστο έβαζαν βατάνια και τρέμουσες.

Στον μπούστο της πουκαμίσας όπως και στο τελείωμά της έκαναν χρωματιστά κεντήματα. Η ζώνη που έδεναν στη μέση τους μ’ αυτή τη φορεσιά ήταν κόκκινη ή βυσινί, ενώ τα στιβάνια (υποδήματα) που φορούσαν ήταν οπωσδήποτε άσπρα. Την Κυριακή του Θωμά όλες οι κοπέλες του χωριού φορούσαν τα άσπρα «μπουκασιά» τους και χόρευαν τον «γεστό» στο «πλατί» της εκκλησιάς του Αη. Γιώργη όπου γινόταν γλέντι.
Το «μπουκασί» ήταν και φορεσιά του γάμου με απαραίτητο συμπλήρωμα τη «ταλιάνα» την οποία έβαζαν μόνο οι νύφες το ύφασμα της οποίας έφεραν οι Ιταλοί μετά το 1920 εξ’ ου και η ονομασία (ι-ταλιάνα). Η «ταλιάνα» ήταν ένα κίτρινο μεταξωτό μαντήλι σαν πέπλο, το οποίο, την ημέρα του γάμου, στερέωναν πάνω από το μαντήλι με καρφίτσες στολισμένες με φλουριά εικ.8. Επιπλέον η νυφική φορεσιά στολιζόταν με τα «τσουλλοράμματα».

Τα «τσουλλοράμματα» ήταν δύο κορδέλες, στερεωμένες η μια δεξιά και η άλλη αριστερά της τραχηλιάς (γύρω από το λαιμό), πάνω στις οποίες έραβαν φλουριά ή ως επί το πλείστον μεγάλα ασημένια νομίσματα (πριότινα) τρυπημένα, πιασμένα μεταξύ τους με μαλλί, με τέτοιο τρόπο ώστε η άκρη του ενός να είναι πάνω στο άλλο και στο τελείωμα των οποίων έφτιαχναν πολύχρωμους «φλόσκους» (φούντες) εικ.9(νυφική φορεσιά με τα τσουλλοράμματα έτσι όπως την σχεδίασε η κυρία Καίτη Καραγιάννη). Στο δρόμο προς την εκκλησία το κουδούνισμα των «τσουλλοραμμάτων» προειδοποιούσε τους καλεσμένους για τον ερχομό της νύφης. Στον αντίγαμο φορούσαν το «κουφτιάνο», άσπρο φαντό φουστάνι από ψιλό στεμόνι με υφάδι «χίντικο» το οποίο πλούμιζαν στον αργαλειό.

Η παραδοσιακή φορεσιά της Κρητηνίας γνώρισε μεγάλη ακμή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας στη Ρόδο και φορέθηκε μέχρι και τον 19ο αιώνα και οι γυναίκες της Καστέλλου όπως και του Έμπωνα ήταν από τις τελευταίες που ακολούθησαν την ευρωπαϊκή μόδα, αφού η τοπική αυτή φορεσιά άρχισε σταδιακά να χάνει την αίγλη της και μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αντικαταστάθηκε από νέα ενδυματολογικά πρότυπα.
Το 1960 πρωτοδιοργανώθηκαν στο χωριό Κάστελλος τα πρώτα χορευτικά μπαλέτα όπου οι κοπέλες ντυμένες με την παραδοσιακή φορεσιά χόρευαν τοπικούς χορούς ψυχαγωγώντας του ξένους επισκέπτες μέχρι το έτος 1968.   Στις  εικόνες 10   και 11   βλέπουμε τη φορεσιά όπως την σχεδίασαν  η Αθηνά Ταρσούλη στο έργο της Δωδεκάνησα 1947-1950 και αντίστοιχα  η Καίτη  Καραγιάννη λαϊκή ζωγράφος από την Κάστελλο ενώ στην εικόνα 12 βλέπουμε την φορεσιά όπως είναι σήμερα η οποία διατηρεί την αυθεντικότητά της.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΡΗΤΗΝΙΑΣ ‘  ΚΑΣΤΕΛΛΟΣ’
ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΜΑΝΩΛΑΚΗ (Εικόνα 12)