Σιωπηρή απεραντοσύνη μιας απαράλλακτης επιφανειακότητας

Περνούν τα χρόνια και όσοι έχουν σκεφθεί πάνω στις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στην κοινωνία, σιγά – σιγά παραιτούνται με το αιτιολογητικό ότι μια ζωή τη ζούμε και θα πρέπει κάποια στιγμή να την αξιολογήσουμε απλά και μόνο σα γεγονός και όχι σαν ουσία.

Αυτή η ουσία όμως αναζητάται καθημερινά στις συνδιαλλαγές, τις σχέσεις και τα εκτυλισσόμενα γεγονότα μεταξύ των ανθρώπων. Είναι ο επιζητούμενος στόχος και η κατάληξη των συζητήσεων, ο διακαής πόθος όλων των ανθρώπων που έχουν βαρεθεί την επιφάνεια, παρά το γεγονός ότι συνεχίζουν να την καταναλώνουν.

Οι άνθρωποι έχουν αφήσει πολλές φορές στο παρελθόν την επιβεβλημένη από την εκάστοτε εξουσία δοτή και εξασφαλισμένη απόλαυση, έχουν εγκαταλείψει τις νουθεσίες για θυσία των σκέψεων μπροστά σε μία και μόνο καρτεσιανή θεωρία: ότι αυτό που ζεις είναι το μόνο αληθινό.

Έχουν απομυθοποιήσει τις μεταμορφώσεις και τις μεταπλάσεις των κομμάτων και των ανθρώπων τους, έχουν πετάξει ουκ ολίγες φορές στον κάλαθο των αχρήστων όλες τις συμβουλές να περιοριστούν στα του οίκου τους και να μην κριτικάρουν τον παρόντα τρόπο ζωής.

Με λίγα λόγια, είναι αρκετές οι φορές που οι πολίτες απομάκρυναν εσκεμμένα τις παραφιλολογίες για μία δήθεν πραγματική ζωή στο όνομα μιας ευκαιριακής αναζήτησης πλαστών επιθυμιών, που παραπαίουν ανάμεσα στην επιβεβλημένη κατηγορία των αγαθών που σερβίρονται και λανσάρονται αναλόγως των απαντήσεων που δίδονται στα γκάλοπ και τις δημοσκοπήσεις από μια μικρή μειοψηφία πολιτών που ανέχονται ή αποδέχονται τον συμβιβασμό.

Αυτές οι εποχές έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, τις αναφέρω όμως γιατί ποτέ δεν πρέπει να τις ξεχνάμε, με δεδομένο ότι η ιστορία κάνει κύκλους ακόμη και αν οι καταστάσεις δεν αλλάζουν. Θεωρητικά, βρισκόμαστε σε μία εποχή όπου το ευκολοχώνευτο αναγάγεται σε ύψιστη ανάγκη, με δεδομένο ότι η ιεράρχηση αυτή των αναγκών κατηγοριοποιείται αναλόγως των επιβεβλημένων σε μια μειοψηφία επιθυμιών και της αποδοχής ή της μη εμπλοκής με την εκάστοτε ιδιαιτερότητα ή διαφοροποίηση από την υποτιθέμενη κανονικότητα.

Και αναρωτιέται κανείς: ποιος είναι ο πραγματικός κόσμος και από τι προυποθέσεις πλαισιώνεται; Τα χρόνια περνούν και κάποιοι βρίσκουν πρόφαση πως πρέπει να απορροφηθούν με κάθε τρόπο τα υλικά και μόνο αγαθά.

Στο όνομα αυτών θυσιάζεται η όποια διάθεση για την ανεύρεση των στοιχείων εκείνων που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σε νέα δεδομένα για κάτι που σε τελική ανάλυση δεν έχουμε βιώσει.

Το όλο θέμα λοιπόν έχει να κάνει με το κατά πόσο οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να αφομοιώσουν τις συνταγές συνταύτισης με το αποκαλούμενο πραγματικό που παίρνει την μορφή κανονιστικού πλαισίου χωρίς δυνατότητα παρεμβάσεων γιατί αυτές ακριβώς οι παρεμβάσεις θα μπορούσαν να περιπλέξουν τα πράγματα για όσους υπεραμύνονται της σημερινής πραγματικότητας.

Αν η Δημοκρατία μπορεί να επιβιώσει σε τέτοιες συνθήκες, αν η ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων με φυσική απόρροια της αμφισβήτηση του υπάρχοντος συστήματος εξουσίας – κάτι που προυποθέτει η Δημοκρατία – θα μπορέσει να διαχυθεί σε όλα τα επίπεδα ζωής, αυτή θα είναι και η απαρχή μιας νέας αμφισβήτησης  που θα συνοδεύεται από την σταθερή εντύπωση πως ο κόμσος πραγματικά αλλάζει. Το αντίθετο θα συμβεί αν η πλειοψηφία εξακολουθήσει να καταναλώνει πλασματικά αγαθά στο όνομα μιας απλά και μόνο συντήρησης του σημαρινού κατεστημένου.

Στο παρελθόν οι λαοί επέλεξαν να κινηθούν πολλές φορές προς την κατεύθυνση της ολοένα και περισσότερης Δημοκρατίας, κάτι που σήμερα δεν φαίνεται. Σαν γεγονός όμως η αλλοτινή εξέγερση που θάφτηκε από την κατευθυνόμενη ιστορική επιστημονική τεκμηρίωση, δεν μπορεί να λησμονηθεί. Τι θέλω να πω με αυτό;

Θα περνούν τα χρόνια και θα επιβάλλονται νέες απόπειρες φίμωσης της αντίθετης άποψης. Θα διεξάγονται νέες αψιμαχίες με την εκάστοτε καθεστηκυία  τάξη και το γεγονός θα περνά στα ψιλά ή δεν θα ακούγεται καθόλου.

Ακτιβιστές και μάλιστα βραβευόμενοι με  νόμπελ ειρήνης όπως ο κινέζος Λιου Σιαομπό το κατέδειξαν αυτό με ξεκάθαρο τρόπο. Απομένει να δούμε αν οι πολίτες του κόσμου θα ενδυθούν εκ νέου την αγωνιστική πανοπλία ή θα προτιμήσουν την απόλαυση της ψυχρής απεραντοσύνης μιας ακόμη εφιαλτικής σιωπής απέναντι στις παρατεταμένες μηχανορραφίες της παγκόσμιας εξουσίας.