Ο χαμογελαστός έμπορος που έκανε γνωστά τα τζιν παντελόνια, στην αγορά της Ρόδου!

Τότε που ξεκινούσαν όλα, και κάποιοι ξεκινούσαν μαζί τους να δημιουργούν, να πρωτοπορούν, να διαγράφουν τελικά 50 χρόνια πορείας στο εμπόριο όπως ο Πάνος Φτακλάκης, ο χαμογελαστός άνθρωπος που μόνο καλά έχουν να πουν γι’ αυτόν όσοι συμπορεύτηκαν ή ψώνιζαν απλά από τα μαγαζιά του.
Ξεκινώντας από το Ζαΐρ, το μετέπειτα Κονγκό, ο μπαμπάς της Λίτσας ο οποίος έχασε την περιουσία του όπως κι όλοι οι υπόλοιποι όταν τη δήμευσαν οι… Κονγκολέζοι, που καταστράφηκε οικονομικά τρεις φορές και σηκώθηκε την τέταρτη, μιλάει για τα χρόνια τα δύσκολα, αλλά και τα επόμενα που έκανε γνωστά στη Ρόδο τα τζιν παντελόνια, αυτή την επανάσταση που άλλαξε τα δεδομένα και κατέκτησε τους πάντες.
Σήμερα, στα 80 του το χαμόγελο είναι ακόμα φωτεινό στο πρόσωπό του και το απόσταγμα των εμπειριών του πολύτιμο για όσους ξεκινούν, για τις καταστροφές και τις επιστροφές, για τη δύναμη της θέλησης και το τι έχει αξία τελικά σ΄ αυτή τη ζωή!

 

Γεννηθήκατε στη Ρόδο, βρεθήκατε και δημιουργήσατε στην Αφρική, τα χάσατε όλα και επιστρέψατε! Πώς ξεκίνησε αυτή η πορεία;
Σαλακενός είμαι, το γένος Παπαχριστοδούλου, θείος μου ήταν ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Χριστόδουλος Παπαχριστοδούλου. Ο πατέρας μου διετέλεσε κοινοτάρχης του χωριού, εγώ δεν προχώρησα με το σχολείο, έβγαλα όμως το πανεπιστήμιο της Σαλάκου, που λέω εγώ, από μικρός στη δουλειά επειδή ήμουν δυνατό παιδί και ο θείος μου είπε «καλύτερα να μείνει στο χωριό, στα κτήματα» όπου με χρειαζόταν η οικογένεια. Δύσκολα χρόνια, στα 20 μου έφυγα στην Αφρική, στο Κονγκό, ήταν εκεί ο θείος μου, αδελφός του Χριστόδουλου και ο αδελφός μου ο Γιάγκος. Όταν πήγα τα ΄χασα, άλλη ήπειρος, άλλοι άνθρωποι, τους έβλεπα όλους ίδιους. Εκείνη την εποχή, το 1961 η περιοχή σπαρασσόταν από συγκρούσεις. Με το που πάτησα το πόδι μου έγινε  εξέγερση. Για να μας προστατέψει ο ΟΗΕ, εμάς τους ξένους μας άρπαξε, μας έβαλε σε κομβόι και μας μετέφερε στα σύνορα με τη Ροδεσία, τη σημερινή Ζιμπάμπουε. Μας χώρισαν σε δύο ουρές, στη μία έβαλαν όσους έδειχναν με χαρτιά ότι έχουν πτυχίο, κι αυτοί ήταν οι Βέλγοι και τους άλλους που δεν είχαμε μας έβαλαν στην άλλη. Ήταν δύσκολο για εμάς να βρούμε δουλειά αφού τις δουλειές των ανειδίκευτων τις έπιαναν και οι ίδιοι οι ντόπιοι. Από τότε είπα στα παιδιά μου «ό,τι και να κάνετε να έχετε πτυχία…»… 

Από την αρχή γίνατε έμπορος;
Όταν ηρέμησαν τα πράγματα, ήξερα κουρέας, κι αυτό έγραφε κι η πρόσκληση που μου έκαναν από εκεί για να μπορέσω να πάω για δουλειά στην Αφρική. Άνοιξα κουρείο στην πόλη Κολουέζι, μια μικρή πόλη του Κονγκό που είχε όμως πολλά ορυχεία με κοβάλτιο, χαλκό, ουράνιο… Ήταν οργανωμένη πόλη από τους Βέλγους, με βελγικά σχολεία. Έμαθα τη γλώσσα, έμαθα και γαλλικά από τους Βέλγους, τους οποίους είχα και πελάτες. 

To πολυκατάστημα στην Αφρική που δημεύτηκε και υπάρχει μέχρι σήμερα
To πολυκατάστημα στην Αφρική που δημεύτηκε και υπάρχει μέχρι σήμερα


Ποιες άλλες οικογένειες θυμάστε τότε στην Αφρική;
Ήταν η οικογένεια Σταμούλη, Παπαβασιλείου, οι οικογένειες Χατζηλαζάρου, ο Θαρρενός Κούρτης, ο Τρέχας… Κυρίως ήταν οι Νοτιοροδίτες. Το κουρείο το κράτησα ένα-δύο χρόνια, μετά ξεκίνησα επαφές και συνεργασίες με τους Εβραίους της Αφρικής. Κάποιοι απ΄ αυτούς ήταν Εβραίοι που έφυγαν από τη Ρόδο, μεταξύ αυτών και η οικογένεια Χασόν. Μεγάλο σχολείο οι Εβραίοι, απ΄ αυτούς έμαθα το εμπόριο. Ήταν χονδρέμποροι, κι εγώ είχα το λιανικό εμπόριο. Οι Εβραίοι αν σε συμπαθούσαν σε ανέβαζαν. Και πάντα μου έλεγαν «χαμόγελο να ΄χεις, με τον καλό το λόγο να ‘σαι»… Κι έλεγαν κάτι ακόμα: «Ο πελάτης όταν έρθει στο μαγαζί και μόνο σκόνη ν’ αφήσει, είναι κέρδος».

Πώς ήταν το κατάστημά σας στο Κονγκό;
Ήταν πολυκατάστημα. Είχαμε από ρούχα και παιδικά, μέχρι παπούτσια, ηλεκτρικά είδη, μέχρι καρφίτσες. Μέρα παρά μέρα, διέσχιζα 300 χιλιόμετρα να πάω και 300 χιλιόμετρα να γυρίσω από το Κολουέζι στο Λουμπουμπάσι (Ελίζαμπεθ Βιλ), με εμπόρευμα. Μόνος μου, έκανα μέρα παρά μέρα ένα ταξίδι αντίστοιχο με το Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Πηγαίναμε πολύ καλά. Οι πελάτες ήταν ντόπιοι, αλλά και Βέλγοι, ήταν η αφρόκρεμα της περιοχής. Στον πάνω όροφο είχαμε δημιουργήσει και ατελιέ με ράφτες που ράβανε κοστούμια, παντελόνια… Αυτός ήταν κι ο λόγος που στα γεγονότα του 1967, όπου σκοτώθηκαν πολλοί ξένοι, εμάς δεν μας άγγιξαν.

Στη Ρόδο δεν ερχόσασταν καθόλου τότε, είχατε χάσει την επαφή;
Ήρθα πρώτη φορά το 1966 και γνώρισα τη γυναίκα μου, την Ιωάννα, το γένος Αποστολίδη. Τη γνώρισα σ΄ ένα γάμο, μετά της πρότεινα και φάγαμε μια πάστα στου Δημητριάδη στη Νέα Αγορά, και φύγαμε στην Αφρική. Εκείνη την εποχή ήταν που ανοίξαμε με τον αδελφό μου και το μαγαζί της Ρόδου, στην πλατεία Κύπρου που το δούλευε ο Γιάγκος, το «Αφοί Φτακλάκη». Λίγο αργότερα ανοίξαμε ένα ακόμα στην Παλιά Πόλη στο μεγάλο σιντριβάνι, πάλι με νεωτερισμούς, αλλά τότε η Παλιά Πόλη δεν είχε ακόμη πολλή δουλειά, κι έτσι το κλείσαμε γρήγορα.

Το κατάστημα «Αφοί Φτακλάκη» της πλατείας Κύπρου (ΦΩΤΟ: ΣΤΑΜΟΣ ΠΑΠΑΣΤΑΜΑΤΙΟΥ)
Το κατάστημα «Αφοί Φτακλάκη» της πλατείας Κύπρου (ΦΩΤΟ: ΣΤΑΜΟΣ ΠΑΠΑΣΤΑΜΑΤΙΟΥ)


Παρά τα μαγαζιά εδώ, επιστρέψατε στην Αφρική!
Επέστρεψα και ζήσαμε και δουλέψαμε πολύ καλά μέχρι το 1974 που έγινε η δήμευση των περιουσιών των ξένων και μας τα πήραν όλα. Όπως και τους υπόλοιπους μας πήραν το σπίτι μας, μια μονοκατοικία, ήρθαν στο κατάστημα έκαναν απογραφή, άνοιξαν το χρηματοκιβώτιο, ήτανε άγριες καταστάσεις αυτές. Μια μέρα επέστρεφε η κόρη μου η Λίτσα από το σχολείο, κι έπρεπε να το πω στο παιδί. Θυμάμαι αυτό που μου είπε: «Θέλω να δω ποιος μας πήρε το μαγαζί μας...». Εκείνη η στιγμή ήταν η μόνη που δάκρυσα γι’ αυτή την καταστροφή. Καταστράφηκα οικονομικά δυό-τρεις φορές στη ζωή μου. Τις δύο στην Αφρική, την άλλη στη Ρόδο, αλλά δεν το ‘βαζα κάτω, δεν μ΄ έβαζε από κάτω η ζωή, ξεκίνησα από το μηδέν και τις τρεις φορές. Ήμασταν η γενιά που αποταμίευε, που κρατούσε τα λεφτά της. Χρόνια τώρα το εμπόριο στη Ρόδο έχει τελειώσει. Ζήσαμε μια άνθηση για μια 20ετία από το 1980 και μετά τα πολυκαταστήματα και η κινέζικη αγορά, η παγκοσμιοποίηση όπως τη λένε, τσάκισε τους μικρομεσαίους. 

Μετά τη δήμευση της περιουσίας σας ήταν που επιστρέψατε στη Ρόδο;
Έστειλα τη γυναίκα μου στη Ρόδο μαζί με την κόρη μου, η γυναίκα μου ήταν και πάλι έγκυος, κι εγώ έμεινα και δούλευα μαζί με τον Καούμπα, που μου πήρε την περιουσία, έγινα το δεξί του χέρι μήπως και διασώσω κάτι. Αργότερα, κατάλαβα ότι δεν υπάρχει σωτηρία, κι έφυγα κι εγώ. Το ακίνητό μας εκεί υπάρχει ακόμη κι εγώ και κάποιοι σύλλογοι προσπαθούμε να το διεκδικήσουμε, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Χάθηκε μαζί μ’ ένα κομμάτι της ζωής μας. Μέχρι σήμερα ονειρεύομαι την Αφρική, θα έμενα για πάντα, υπήρχαν κανόνες, ευημερία.

Ερχόμενος τι βρήκατε και πώς συνεχίσατε; Τότε φέρατε τα τζιν παντελόνια στη ροδίτικη αγορά;
Το 1975 ήταν ανοιχτό το «Αφοί Φτακλάκη» της πλατείας Κύπρου, είχα αγοράσει και στην οδό Γρηγορίου Λαμπράκη ένα ακίνητο το οποίο ανοίξαμε μαζί με τ΄ αδέλφια μου. Ήταν τότε που φέραμε πρώτοι τα τζιν παντελόνια στην αγορά της Ρόδου. Εμείς, μαζί με το Δούμουρα. Ήταν πρωτοπορία για την εποχή, είχαμε πελάτες απ΄ όλο το νησί. Μεγάλωσαν γενιές και γενιές.

Οι γυναίκες πότε φόρεσαν τζιν παντελόνι στη Ρόδο;
Αμέσως, είχαμε και τα γυναικεία, ήταν ανοιχτή η κοινωνία λόγω της επιρροής των ξένων. Στη συνέχεια μαζί με τ΄ αδέλφια μου ανοίξαμε επί της οδού Αμερικής το «Ροντέο», το «Donna Ροντέο», το «Ροντέο» στη στοά Σπάρταλη, και την αποθήκη «Ροντέο» στην πάροδο Καναδά.

Και η νέα πόλη γέμισε μαγαζιά. Ποιοι άλλοι ήταν τότε στο ξεκίνημα;
Στα έτοιμα ρούχα ήταν ο Βαλσάμης, ο Αντωνιάδης, ο Σπύρος Σιμάτης με τα εσώρουχα, ο Δημητριάδης, οι Καλαφατάδες, ο Σακής, ο Παντελαίος, ο Πατούρης, η αγορά ζωντάνεψε, μεγάλωσε. Τα πηγαίναμε καλά, με χαμόγελο, δεν χαλούσαμε χατίρι σε κανέναν.

Σήμερα στα 80 σας που βλέπετε τη ζωή σας προς τα πίσω, τι σκέφτεστε, τι θέλετε να πείτε στους νέους;
Μετάνιωσα που ήρθα πίσω. Έχω πει στα παιδιά μου αν πάνε στην Αφρική να με πάρουν μαζί τους. Και τελικά δεν αξίζει να δουλεύεις μόνο όπως έκανα εγώ σ΄ όλη μου τη ζωή. Η ζωή αξίζει αν κάνεις ταξίδια, αν έχεις ξέγνοιαστες στιγμές, αν περνάς καλά με παρέες. Αυτό θέλω να πω στα παιδιά.