Επιβάλλεται η διαμόρφωση προγραμματισμένης οικονομικής ανάπτυξης της Δωδεκανήσου

Του Κυριάκου Ι. Φίνα

Ξεκινάμε με την σύγχρονη διαπίστωση ότι η Οικονομία αποτελεί μια κοινωνική λειτουργία. Και ότι οι φορείς της είναι κοινωνικοί λειτουργοί, όπως είναι ο γιατρός, ο δάσκαλος, ο δικηγόρος κ.ο.κ.

Με την έννοια αυτή τόσο η πορεία της Οικονομίας ενός τόπου, όσο και το επιχειρηματικό δυναμικό, που δρα και αναπτύσσεται παραγωγικά μέσα σε δεδομένο χώρο, έχουν, σε τελευταία ανάλυση, σημείο αναφοράς το κοινωνικό σύνολο.

Τούτο, δε εξηγείται επιπρόσθετα και εκ του γεγονότος ότι τα όποια μέσα παραγωγής προέρχονται, κατά το πλείστον, από κέρδη και, ως εκ τούτου, είναι προϊόν και ιδρώτας του κοινωνικού συνόλου σε παρελθόντα και παρόντα χρόνο.

Συγκεκριμενοποιώντας το θέμα μας και εξετάζοντας τη διάσταση και τη διαχρονική επίδραση της Δωδεκανησιακής Οικονομίας στο σύνολο των κατοίκων της περιοχής, παρατηρούμε πως οι επιπτώσεις αυτής παρουσιάζουν ορισμένες ιδιαιτερότητες. Για παράδειγμα: η γεωγραφική θέση της Δωδεκανήσου, η διασπορά των 14 νησιών, η μακρινή απόσταση μεταξύ τους, καθώς και η διαφορετική παραγωγική ικανότητα και η προοπτική κάθε νησιού χωριστά, προσδίδουν στη Δωδεκανησιακή Οικονομία τις ιδιαιτερότητες που προαναφέραμε.

Διαθέτει, ταυτόχρονα, η Περιφέρεια και συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία, όμως, επειδή δεν αξιοποιήθηκαν ορθολογικά και με μακροπρόθεσμη προοπτική, σε πολλές δε, περιπτώσεις, έδωκαν μονομερή προσανατολισμό στην Τοπική οικονομία.

Με αποτέλεσμα: η οικονομική αυτή “μονοκαλλιέργεια” να καθιστά την παραμεθόριο περιοχή του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος ευάλωτη σε κάθε εξωγενή δυσμενή συγκυρία. έτσι, κατά διαστήματα, και ανάλογα με τις παρουσιαζόμενες εξωγενείς συγκυρίες, εκδηλώνεται ύφεση στον τουριστικό τομέα, συμπαρασύροντας, λόγω ακριβώς της μονοκαλλιέργειας και τις λοιπές παραγωγικές δραστηριότητες.

Συνοπτικά, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως τώρα στη Δωδεκάνησο υποβόσκει μία, κατ’ αρχήν, μη ανταγωνιστική δυσμενής συγκυρία σε δύο βασικούς παραγωγικούς κλάδους: στον αγροτικό με την ευρεία του όρου έννοια, καθώς και στο μεταποιητικό. Υπολογίζεται σε σύγκριση με την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα ότι το κόστος ζωής εδώ είναι κατά 14% υψηλότερο τουλάχιστο. Στον τριτογενή τομέα: τουρισμό, εμπόριο και λοιπές υπηρεσίες: με τη συνδρομή των διεθνών συγκυριών των δεκαετιών του 1950 και 1960 δόθηκε υπέρμετρη έμφαση στη ενίσχυσή τους, ιδίως στον καθαρά ξενοδοχειακό. Εξελίχθηκε, όμως, στο μεγαλύτερο μέρος, στα δύο νησιά; τη Ρόδο και Κω.

Σε πολλές, δε, περιπτώσεις κατά τρόπο ανορθόδοξο. Με αποτέλεσμα, τα μεγάλα τουριστικά γραφεία του εξωτερικού για δικό τους άμεσο οικονομικό όφελος “μαζικοποίησαν” και σε μεγάλο βαθμό υποβάθμισαν τον Δωδεκανησιακό τουρισμό. Έτσι, παρατηρείται την τελευταία δεκαετία δυσανάλογη αύξηση της προσφοράς, με την κατασκευή κάθε είδους καταλυμάτων, ενώ αντίθετα η υπάρχουσα δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στην κατάσταση που δημιουργήθηκε, ώστε σήμερα να υπάρχουν τεράστια προβλήματα λειτουργικότητας κ.λπ. των επιχειρήσεων του τουριστικού κυκλώματος.

Και οι κατά διαστήματα αναπτυξιακοί Νόμοι, με το να μην υπάρχει η πρέπουσα χωροταξική κατανομή των δραστηριοτήτων, σε πολλές περιπτώσεις έβλαψαν τη θετική τουριστική ανάπτυξη, καθώς και αυτούς τους επενδυτές. Ενδεικτική περίπτωση ο Νόμος 1262/1982:  Eνώ η Πολιτεία κατέβαλε στη Δωδεκάνησο πάνω από 40 δισεκατομμύρια τότε δραχμών σε επιδοτήσεις για ξενοδοχειακές κυρίως δραστηριότητες, σήμερα οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι βρίσκονται εκπρόθεσμοι στις υποχρεώσεις τους και ζητούν ρύθμιση των χρεών τους προς τις Τράπεζες. Και ενώ οι ξενοδοχειακές κλίνες αυξάνονται το συνάλλαγμα σε σταθερές τιμές παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια αρνητικό αποτέλεσμα.

Και από γενικότερης ακόμη σκοπιάς η παραπάνω αρνητική εξέλιξη, ως το απαιτούμενο συνάλλαγμα από την μόλις πεντάμηνη παραμονή των αλλοδαπών τουριστών, ενέχει δυσμενείς παρενέργειες. Έτσι, το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι η τοπική μας παραγωγή, αγροτική και μεταποιητική, με την εντεύθεν  επιδοτούμενη ανεργία δημιουργούν μεγάλες αρνητικές συνέπειες.

Το εμπόριο υποχρεωτικά στρέφεται προς τα εισαγόμενα εκ του εξωτερικού για την ικανοποίηση της τουριστικής ζήτησης σε ποιότητα, ποσότητα και τιμές, με επακόλουθο, μεταξύ των άλλων, να παρουσιάζεται και μεγαλύτερη δυσμενή εικόνα στους όρους εμπορίου και τοιουτρόπως να διευρύνεται περισσότερο η ήδη διευρυμένη και καιρό ψαλίδα παθητικότητας του τοπικού μας εμπορικού ισοζυγίου.

Επίσης, και στον έτερο κλάδο του τριτογενή τομέα, το εμπόριο και τα λοιπά επαγγέλματα, υπάρχει υπερδιαγνωμένος υπερεπαγγελματισμός. Και το κακό συνεχίζεται δυστυχώς.

Σήμερα, πλέον, ενόψει και των διαρθρωτικών προβλημάτων που έχουν με την κρίση διαμορφωθεί, επιβάλλεται να επανεξεταστεί η όλη δημιουργηθείσα κατάστημα. Να λέγαμε να αλλάξει τροχιά η Δωδεκανησιακή Οικονομία, θα ήταν πολύ τολμηρό και εξωπραγματικό. Καθόσον, σε κάθε βήμα, είτε αναδιάρθρωσης, είτε διορθωτικών παρεμβάσεων, χρειάζεται μεγάλη προσοχή και, κυρίως, μελέτης επί των ενδεχομένων επιπτώσεων.

Η Δωδεκανησιακή Οικονομία οφείλει προγραμματισμένα να εκμεταλλευθεί ορθολογικά και αποτελεσματικά τις πραγματικές, ως και τις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις της.

Να ενστερνιστούμε, αρμόδιοι και μη αρμόδιοι ότι δεν μπορούμε, ως ευαίσθητη παραμεθόρια περιοχή να πορευόμαστε μόνο με τον τουρισμό και ορισμένες άλλες υπηρεσίες και αυτές κατά τρόπο ασυντόνιστο. Και οι υπόλοιποι τομείς πρέπει να παράγουν και να προσφέρουν στη δημιουργία του Εθνικού τοπικού πλούτου, δοθέντος, μάλιστα, επιπρόσθετα ότι ο τομέας των Υπηρεσιών αναπτύσσεται και δρα επί όλου του οικονομικοκοινωνικού κυκλώμαοτς, όσον το δυνατό επαρκέστερη, ποσοτική, ανταγωνιστική και ποιοτική επιτόπια παραγωγή και των δύο άλλων παραγωγικών κλάδων. Να αντιληφθούμε και να αποδεχθούμε τα αυτονόητα αυτά πράγματα.

Βέβαια, δεν πρέπει να είμαστε και απόλυτοι. Το πρόβλημα δεν επικεντρώνεται στο σημείο ότι δεν γίνεται, με την πάροδο του χρόνου κάποια βελτίωση. Εστιάζεται στο γεγονός ότι αυτή είναι ανεπαίσθητη μπροστά στις δημιουργούμενες ανάγκες και επιπλέον ότι οι άλλοι και κυρίως Ευρωπαίοι, ενώ προηγούνται από εμάς, συνέχεια καλυτερεύουν τις αποδόσεις τους. Η ψαλίδα διευρύνεται σε βάρος μας.  

Παρά ταύτα, δεν πρέπει πάντοτε, με κριτικό μόνο τρόπο να ύφος να αναφερόμαστε στην κατάσταση. Απεναντίας, επιβάλλεται να προτείνονται, με αντικειμενική και επικοδομητική διάθεση, τα μέτρα εκείνα της πολιτικής, προκειμένου να διαμορφώνεται προς το καλύτερο η κατάσταση.

Ειδικότερα τώρα που αρχές του 2019 έχει προγραμματιστεί να ανανεωθεί το σύνολο της τοπικής Αυτοδιοίκησης σε Πανελλήνιο επίπεδο, από την Περιφέρεια μέχρι τον τελευταίο άξονα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ευτύχημα και άκρως επικοδομητική πράξη θα ήταν να περιοριστεί, κατ’ αρχή, η πληθώρα των συνδυασμών. Να αποφευχθεί τελείως ο κομματικός διαχωρισμός και κάθε παράταξη να παρουσιάσει ένα πλήρες διάγραμμα που να καθορίζει όχι με αερολογίες, αλλά τι μπορεί να γίνει, πού, πότε και με ποιά χρηματικά μέσα.

Αντικρύζοντας, λοιπόν, με μακροπρόθεσμη προοπτική την ορθολογική μελλοντική ανάπτυξη της Δωδεκανησιακής οικονομίας, επιβάλλεται να τεθούν υπόψη του Δωδεκανησιακού λαού, τί θα επιδιώξει η κάθε παράταξη:

α) Την πλήρη και επωφελή αξιοποίηση των υφιστάμενων σε κάθε νησί παραγωγικών δυνατοτήτων, με την κατάλληλη υποδομή,  με περισσότερη έμφαση στο συγκριτικό πλεονέκτημα, ως και τη “γονιμοποίηση” νέων πραγματοποιήσιμων ιδεών ανάπτυξης. Και ότι αυτά θα ενταχθούν απαραίτητα σένα δεκαετές αναπτυξιακό πρόγραμμα ευρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης της Δωδεκανήσου, με στόχευση των απαραίτητων προτεραιοτήτων για κάθε έργο και πρωτοβουλία. Το πρόγραμμα αυτό της κάθε μονάδας Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Περιφέρειας να ενταχθεί μετεκλογικά μέσα στις ορθολογικά αξιοποιήσιμες παραγωγικές, εκπαιδευτικές και εκπολιτιστικές δυνατότητες του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος.

Παράλληλα με το μακροπρόθεσμο πρόγραμμα, να υπάρξει, επίσης η βραχυπρόθεσμη, ως και η μεσοπρόθεσμη πρόβλεψη. Τα παραπάνω προγράμματα να είναι αλληλένδετα μεταξύ τους, να συνταχθούν από ειδικούς Μελετητές, που θα έλθουν επί τόπου εν ανάγκη από το εξωτερικό για να διαγνώσουν επισταμένως την κατάσταση και να έλθουν, φυσικά, σε επαφή με τους ντόπιους φορείς.

Αναντίρρητα, βαρύνουσα άποψη θα έχει η Τοπική Αυτοδιοίκηση, με την έννοια της υπόδειξης των αναγκών και ιδιαιτεροτήτων, που εμπίπτουν στα διοικητικά όρια της δικαιοδοσίας τους. Κυρίαρχος, δε, στόχος των προγραμμάτων στα μικρότερα ιδίως νησιά να αποτελέσει η προοδευτική αναστροφή, κατά το δυνατόν, της αρνητικής κοινωνικοοικονομικής δομής, η οποία, εκτός των άλλων, αποθετικών παρενεργειών, συντελεί και στην Εθνικά επικίνδυνη πληθυσμιακή αποψίλωση.

β) Η μελέτη και εφαρμογή διοικητικών ως και διαρθρωτικών μέτρων, ώστε να δημιουργηθούν κατάλληλες συνθήκες ανταγωνιστικότητας γενικά σε όλη τη Δωδεκανησιακή οικονομία.

γ) Η σύσταση μιας ανεξάρτητης από τη Δημόσια Διοίκηση Υπηρεσίας Οικονομικών Μελετών και Έρευνας, με την παράλληλη λειτουργία και ενός υπερκομματικού Συντονιστικού Οργάνου, το πρώτο επί υπηρεσιακού επιπέδου και το δεύτερο, εκπροσωπευτικό των διαφόρων τάξεων, με επικεφαλής την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα είναι η έγκαιρη και τεκμηριωμένη μελέτη και προώθηση κάθε Δωδεκανησιακού αναφυόμενου προβλήματος. Εδώ, δεν θα ήταν άσκοπο να αναφέρουμε, σαν παράδειγμα τα υπάρχοντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

δ) Η προγραμματισμένη βελτίωση των θεσμικών, οργανωτικών και διοικητικών πλαισίων λειτουργίας των Περιφερειακών Οργάνων, ως και ημικρατικών Οργανισμών, καθώς και η ενδυνάμωση του αποκεντρωμένου προορισμού και ρόλου τους στην αναπτυξιακή πορεία της Δωδεκανήσου.

ε) Η ορθολογική αξιοποιήση-όχι πώληση- της υφισταμένης ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο, η οποία, κινδυνεύει να εξανεμιστεί, αν συνεχιστεί ο τωρινός τρόπος διαχείρισής της, ήτοι της πώλησης, αντί της αξιοποίησης.

Πρόκειται για μία περιουσία των προγόνων μας Δωδεκανησίων, η οποία θα μπορούσε με θετική-νοικοκυρεμένη πρόβλεψη να συμβάλει και αυτή, τμηματικά ανάλογα, στην αναβάθμιση της οικονομικής, κοινωνικής και εκπολιτιστικής ζωής της Δωδεκανήσου.

Κατέχω το θέμα, γιατί ανιδιοττελώς έχω ασχολήσει πολύ και με την ευκαιρία θέτω και τώρα το ερώτημα σε κάθε καλής πίστεως συζητητή; Εάν η αξιόλογη αυτή ακίνητη Δωδεκανησιακή περιουσία βρισκόταν σε άλλη περιοχή της Ελλάδας, και μάλιστα όπως η Δωδεκάνησος τουριστική, θα έμενε, επαναλαμβάνω, αναξιοποίητη;  Aσφαλώς όχι.

............

Αυτές είναι, κατά τη γνώμη μας, οι βασικές προτεραιότητες για μια ορθολογική μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της Δωδεκανήσου, η οποία, όμως, θα πρέπει απαραίτητα να ενταχθεί στα πλαίσια ενός  ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού για κάθε νησί χωριστά.

Παράλληλα, να συνδιαστεί και με τη συνέχιση τόσο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, η οποία σημειωτέον, 638 ολόκληρα σκοτεινά χρόνια σκλαβιάς, αποτέλεσε για τους Δωδεκανησίους επαναστατικό πρότυπο καρτερίας, όσο και του φυσικού περιβάλλοντος, τα οποία βέβαια παντού, αλλά ιδιαίτερα για τα Δωδεκάνησα αποτελούν αναντικατάστατο κεφάλαιο, το οποίο καλώς διατηρούμενο, είναι σημαντική παραγωγική και εκπολιτιστική πηγή, η οποία δεν εξαντλείται.

Επιπρόσθετα, εν τούτοις, αποτελούν ίσως και τους μόνους συντελεστές που δεν υφίστανται τις περιοριστικές αιτίες του Νόμου περί φθίνουσας απόδοσης.