Mεσαιωνολόγιο: «Όταν διαχωρίστηκε η αστρονομία  από την αστρολογία»

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ …

Στην αρχαία Ελλάδα και στη Ρωμαϊκή εποχή η αστρολογία ονομαζόταν επίσης αστρονομία, αστρομαντεία, αστροσκοπία, γενεθλιολογία και μαθηματική.  Οι ίδιοι όροι χρησιμοποιούνται και στο Βυζάντιο, καθώς επίσης και οι όροι αστρονομική τέχνη και μαθηματική τέχνη.

Η αστρονομία στο Βυζάντιο δεν ήταν αυστηρώς διαχωρισμένη από την αστρολογία. Έτσι, σε κείμενα των Βυζαντινών που παρουσιάζονται ως αστρονομικά, συναντάμε πολύ συχνά, μαζί με μετεωρολογικά φαινόμενα και προβλέψεις που στηρίζονται στην κίνηση των πλανητών, παρότι, από τους πρώτους κιόλας αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η αστρολογία είχε καταδικαστεί από την Εκκλησία, λόγω της σχέσης της με τη μαγεία.

Η πίστη στην επιρροή των άστρων επί των γήινων γεγονότων ήταν βασισμένη στο «Δόγμα της Παγκόσμιας Συμπάθειας», που περιγράψαμε στο προηγούμενο Μεσαιωνολόγιο.

Θεωρούσαν ότι η συμπάθεια καθόριζε, επίσης, τη σχέση μεταξύ ουρανού και γης. Πίστευαν ότι, ο κόσμος που βρίσκεται κάτω από τη σελήνη, αφ’ ενός, και ο ουρανός, αφ’ετέρου, απαρτίζονταν από τέσσερα στοιχεία: το νερό, τη γη, τον αέρα και τη φωτιά ή από πέντε, αν προσθέσει κανείς τον αιθέρα. Το δόγμα της ενότητας του κόσμου (της συμπάθειας), προϋπέθετε την ύπαρξη συνεχών δράσεων και αντιδράσεων μεταξύ αυτών των στοιχείων.

Έτσι, ο ήλιος, οι πλανήτες και οι αστερισμοί, δηλαδή όλα τα άστρα που αποτελούνταν από φωτιά που καίει αιωνίως χωρίς να εξαντλείται ποτέ, τρέφονταν με ατμούς, οι οποίοι προέρχονταν από τον υποσελήνιο κόσμο. Και αντιστρόφως, τα άστρα δεν έπαυαν να δρουν πάνω στον υποσελήνιο κόσμο, μέσω των επιδράσεων που ασκούσαν, είτε στο σύνολο του κόσμου, είτε σε ένα μέρος αυτού, είτε, ιδιαίτερα, στα άτομα.

Μία θεώρηση που δε δείχνει να διαφέρει από αυτή της σύγχρονης αστρολογίας. Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, η αστρολογία φαίνεται να είναι πολύ διαδεδομένη.

Οι αστρονόμοι όμως της εποχής αυτής στρέφονται ενάντια στην αστρολογία και προσπαθούν να τη διακρίνουν από την αστρονομία. Αυτή είναι η περίπτωση, για παράδειγμα, του Μετοχίτη, μέγα λάτρη της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, ο οποίος, στο έργο του «Έρμιππος», έθεσε τα θεμέλια της διάκρισης ανάμεσα στην αστρονομία και τη μοιρολατρική αστρολογία. Χαρακτήριζε τους αστρολόγους ως βλάσφημους, και όριζε την αστρολογία ως μία τέχνη, η οποία καταστρέφει την πίστη και τη χριστιανική ευσέβεια.

Ο Θεόδωρος Μελιτηνιώτης, επίσης, καταδικάζει την αστρολογία και την διακρίνει από την αστρονομία, η οποία επιχειρεί να γνωρίσει τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων. Στο δε έργο του: «Αστρονομική Τρίβιβλος» επιχειρεί ακόμα τη σύγκριση των παραδόσεων της Αραβικής και Περσικής αστρονομίας.

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς, μαθητής του Μετοχίτη, εξελίχθηκε σε πανεπιστήμονα της εποχής του. Ήταν δάσκαλος αστρονομίας με πλήθος μαθητών και διακρίθηκε για την χρήση τεχνικών μέσων, πολλά εκ των οποίων ήταν δικής του επινόησης. Ο αστρολάβος που κατασκεύασε ήταν μια εξέλιξη του «επιπεδόσφαιρου» του Ίππαρχου του Ρόδιου (2ος αι. πΧ) και ήταν τόσο λειτουργικός, που τον οδήγησε στη λύση πολλών αστρονομικών προβλημάτων και σε λεπτομερέστατες προβλέψεις για τις εκλείψεις.

Ο Γρηγοράς θεωρούσε τις αστρολογικές προβλέψεις ψευδείς και αθεμελίωτες. Αντιθέτως, υποστήριζε ότι οι δικές του προβλέψεις εκλείψεων του ήλιου και της σελήνης βρίσκονται σε αυστηρά επιστημονικά πλαίσια, διότι θεμελιώνονται στην αστρονομία του Ελληνο-Ρωμαίου πανεπιστήμονα Κλαύδιου Πτολεμαίου (100-170μΧ). Θα πρέπει, εντούτοις, να τονίσουμε ότι η «Τετράβιβλος» του Πτολεμαίου, η οποία ήταν σε μεγάλη εκτίμηση την εποχή αυτή, διαιρείται σε δύο μέρη, εκ των οποίων το ένα είναι αφιερωμένο στην αστρονομία και το άλλο στην αστρολογία. 

Ο Γρηγοράς πίστευε ότι η πρόγνωση του μέλλοντος είναι δυνατή, αλλά μόνο ύστερα από θεία έμπνευση. Εντούτοις, εξετάζοντας την Ρωμαϊκή Ιστορία του, διαπιστώνουμε ότι δεν ήταν και τόσο απομακρυσμένος από την αστρολογία. Ερμηνεύοντας μία ολική έκλειψη του ηλίου, γεγονός το οποίο συνέβη κατά τη βασιλεία του Μιχαήλ του Παλαιολόγου, ο Γρηγοράς προέβλεψε ότι αυτό το πλανητικό φαινόμενο αποτελούσε, κατ’ ένα τρόπο, ένδειξη της καταστροφής και της δυστυχίας που οι Ρωμαίοι θα υφίσταντο από τους Τούρκους.

Υπενθυμίζει δε ότι τέτοια ουράνια φαινόμενα προμηνύουν την έλευση επίγειων συμφορών. Για να εξηγήσει αυτή την πεποίθηση, συγκρίνει το σώμα του ανθρώπου με το σώμα του κόσμου. Υποστηρίζει μάλιστα ότι, όπως οι πόνοι στο κεφάλι ή στο λαιμό αντανακλώνται στην κνήμη και τον αστράγαλο, έτσι και οι αλλαγές στην ουράνια σφαίρα επηρεάζουν «το σώμα του κόσμου», τη γη, και εκδηλώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τα αποτελέσματά τους. Αυτό το χωρίο μαρτυρεί τη σχέση του Δόγματος της Συμπάθειας με την αστρολογία.

Το 13ο αιώνα, οι Μογγόλοι απόγονοι της δυναστείας του Τζένγκις Χαν, ίδρυσαν δύο από τα σημαντικότερα αστεροσκοπεία στην ιστορία της ισλαμικής αστρονομίας, στη Μάραγα και στην Ταυρίδα. Ακολουθώντας την αραβική  παράδοση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στη Βαγδάτη, οι αστρονόμοι στην Περσία προσπάθησαν να επανεξετάσουν τις σταθερές της αστρονομίας όπως είχαν εισαχθεί και καθιερωθεί από τον Πτολεμαίο.

Τις νέες επεξεργασίες των Περσών αστρονόμων μελέτησε και εισήγαγε στην Τραπεζούντα ο αστρονόμος γιατρός και κληρικός Γρηγόριος Χιονιάδης, ο οποίος ουσιαστικά είναι και ο θεμελιωτής της ιδιαίτερης αστρονομικής σχολής που ιδρύθηκε στην Τραπεζούντα.

Ο Χιονιάδης διαπίστωσε το σφάλμα του Ιουλιανού Ημερολογίου και σε μία «λογική πανήγυριν», όπως έλεγαν τότε τις συγκεντρώσεις των σοφών που συζητούσαν διάφορα επιστημονικά θέματα, παρουσίασε τη λύση για το πρόβλημα του Πασχαλίου στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄, το 1324 και ανέπτυξε με πειθώ τα επιχειρήματά του.

Ο Αυτοκράτορας, για να μη δημιουργήσει σύγχυση στον απλό λαό αλλά και να αποφύγει σύγκρουση με την Εκκλησία, δεν δέχτηκε την λύση του προβλήματος. Τελικά, η αλλαγή του ημερολογίου έγινε από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ, το 1578, ενώ η Εκκλησία της Ελλάδος έκανε δεκτό το νέο ημερολόγιο, μόλις το 1923 και είναι αυτό που ισχύει έως σήμερα.

Άλλος ένας σημαντικός πανεπιστήμονας του 14ου αι.: γιατρός, φυσικός και αστρονόμος, ήταν ο Γεώργιος Χρυσοκόκκης. Στην Τραπεζούντα ο Χρυσοκόκκης σπούδασε αστρονομία και περσικά, υπό την καθοδήγηση του επίσης σημαντικού αστρονόμου-ιερέα Μανουήλ, ο οποίος είχε γνώση του έργου του Γρηγορίου Χιονιάδη. Το αστρονομικό έργο του Χρυσοκόκκη μεταφράστηκε και στα εβραϊκά. Πηγές αναφέρουν ότι μαθήματα αστρονομίας διδάσκονταν στις Μονές του Αγίου Ευγενίου και της Αγίας Σοφίας.

Φαίνεται λοιπόν, οι Βυζαντινοί λόγιοι και επιστήμονες, κατόρθωσαν με τα υπομνήματά τους και τους σχολιασμούς τους, όχι μόνον να διασώσουν τα έργα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, αλλά και να διαφυλάξουν την πολύτιμη γνώση των προπατόρων τους, μεταλαμ¬παδεύοντάς την από γενιά σε γενιά. Την περίοδο μάλιστα από το 1261 έως το 1453, παρουσιάζεται η λεγόμενη Παλαιολόγεια αναγέννηση.

Οι θετικές επιστήμες και ειδικότερα η αστρονομία, βρίσκονται στην ακμή τους. Υπήρχαν σχολές θετικών επιστημών, όχι μόνο στη Βασιλεύουσα, αλλά και στη μακρινή Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, όπου άκμασαν πολλοί θετικοί επιστήμονες και αστρονόμοι - καθώς ήταν τόπος διανόησης και έρευνας - οι οποίοι μεταλαμπάδευσαν τις γνώσεις τους στη Δύση, μετά την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στους Οθωμανούς Τούρκους.


ΠΗΓΕΣ
Φαίδων Κουκουλές: «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός» , Εκδ. Παπαζήσης 1948
Στράτος Θεοδωσίου, Μάνος Δανέζης: «Στα Χρόνια του Βυζαντίου», Εκδ. Δίαυλος 2010
www.pemptousia.gr
www.astrology.gr
el.wikipedia.org
asiaminor.ehw.gr
www.pontos-news.gr
www.staff.science.uu.nl