Τότε, την εποχή του μεγάλου ξεσηκωμού-1821. Ο ξεναγός της Ρόδου Παγκάς, σκιαγραφεί τον τύραννο Σουκιούρμπεη πριν τον συναντήσει ο Μπερνάρ Ροττιέ

Η Ιστορία, μας άφησε δύο μάρτυρες που είδαν το φοβερό Σουκιούρμπεη και κατέγραψε τις συνομιλίες τους, τη συνάντηση πριν και μετά, που είχε ο ένας μαζί του, στο Διοικητήριο, στο Μαντράκι.

Είναι η πιο ακριβής περιγραφή που σώζεται από εκείνη την εποχή, Ιανουάριος 1825.

Ο ένας ήταν ο διερμηνέας Δημήτρης Παγκάς, Ρόδιος, ίσως ο πιο γνωστός ξεναγός και πιο διάσημος της εποχής του. Συνόδευε στο ταξίδι του, το Βέλγο συνταγματάρχη Μπερνάρ Ευγένιο-Αντουάν Ροττιέ (1771-1857)(1).

Τον τρομερό Σουκιούρ, τον ζούσε σχεδόν κάθε στιγμή που βρισκόταν στη Ρόδο, γιατί οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις, πολλές φορές τον έβρισκαν και σε άλλα νησιά του Αιγαίου πελάγους, της Άσπρης θάλασσας. Ένας τρίτος, ο ζωγράφος P.J.Witdooech  το δεξί χέρι του συνταγματάρχη δεν ήταν «παρών» στη συνάντηση και θα δούμε στη συνέχεια το γιατί.

Ο Ροττιέ παρακάλεσε τον υποπρόξενο της Γαλλίας στην Κω D’ Avenat(2), να του στείλει όχι ένα απλό ξεναγό, αλλά έναν άνθρωπο από καλή οικογένεια, με καλή ανατροφή, που κίνητρό του θα ήταν μάλλον η επιθυμία να τον υποχρεώσει εξυπηρετώντας τον, παρά η αγάπη του κέρδους.

Του έστειλε λοιπόν τον Δημήτρη Παγκά, που σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας και είχε περιοδεύσει σε όλη την Ιταλία. Καταγόταν από τη Λίνδο και εκτός από τη μητρική του γλώσσα και τη λόγια ελληνική, μιλούσε άνετα ιταλικά και γαλλικά.   

Ο ίδιος ο Ροττιέ στις δύο εκδόσεις του βιβλίου του «Description des Monumens de Rhodes(3)», , γράφει για τον Παγκά ότι η εμφάνισή του του άρεσε και συνεχίζει:

«Το όλο ειλικρίνεια(4) ύφος που σπάνια συναντά κανείς στις ελληνικές φυσιογνωμίες, δεν του αφαιρούσε τίποτε από εκείνη την έκφραση της εξυπνάδας και της παρατηρητικότητας, που είναι κοινή, σε όλους τους συμπατριώτες του. Φορούσε την εθνική φορεσιά κι, όμως, τα ρούχα του δεν ήταν καθόλου φορτωμένα με κεντίδια και η καθαριότητά τους ήταν εντελώς ευρωπαϊκή. Ήταν όχι, όμως, και χωρίς κάποια εκζήτηση(5)…

Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε την Τρίτη ημέρα της παραμονής του Ροττιέ στη Ρόδο. Ιδού πως την απαθανατίζει:
…ο Δημήτρης σκεφτόταν την επίσκεψη που σκοπεύαμε να κάνουμε στον τύραννο της Ρόδου(6). Τόνισε τη λέξη τύραννος τόσο επιδεικτικά, που δεν μπορούσε να μου διαφύγει(7).

-Σε λίγο θα δείτε, πρόσθεσε με πικρό χαμόγελο, το πιο πελώριο σώμα, που κλείνει μέσα του την πιο μαύρη ψυχή. Αν βρισκόμαστε ακόμα στον καιρό που πίστευαν στους δαιμονισμένους, ποια λεγεώνα θα υποθέταμε ότι κατοικεί στο τεράστιο περίβλημα αυτού του άθλιου; Τα χέρια του με το τρομακτικό τους πάχος, η ύπουλη και όλο προσποίηση φυσιογνωμία του, δεν θα σας φανούν απατηλές ενδείξεις των αρπαγών και των προδοσιών του.

-Μας μένουν λίγα λεπτά προτού κάνουμε την επίσκεψη, του αποκρίθηκα. Γνωρίζεις καλά τον μπέη; Έχεις για το άτομό του θετικές λεπτομέρειες και μπορώ να υπολογίζω ότι, μέσα από της προκαταλήψεις σου, θα έχω τη δυνατότητα να σχηματίσω για λογαριασμό του μια αμερόληπτη γνώμη;

-Θα σας αναφέρω γεγονότα, ανταπάντησε  ο Έλληνάς μου. Αν με παρασύρει η αγανάκτηση, εσείς θα κρίνετε, αφου σας τα αφηγηθώ, αν το μίσος μου γι’ αυτόν δεν είναι δικαιολογημένο και με το παραπάνω.

Το 1822, λίγο μετά την εξέγερση της Ελλάδας, η Ρόδος είχε διοικητή τον Γιουσούφ μπέη. Επί δέκα χρόνια μουσουλμάνοι και Έλληνες ζούσαν ήσυχα υπό τη διοίκησή του. Η επανάσταση που ξέσπασε, τάραξε αυτή την αρμονία και οι Τούρκοι της Ρόδου δεν άργησαν να εκτοξεύουν πολλές κατηγορίες εναντίον των Ελλήνων και να τους υποψιάζονται ότι συμμετέχουν στην εξέγερση των ομοθρήσκων τους. Αυτές οι αιτιάσεις δεν ήταν παρά πρόφαση.

Ο αριθμός των Ελλήνων στο νησί, που ήταν ανώτερος από των Τούρκων, οι εργασίες τους, μια κάποια οικονομική άνεση που είχαν αποκτήσει, όλα αυτά ερέθιζαν την απληστία των εχθρών τους.

Ο φρόνιμος μπέης το κατάλαβε και δεν θέλησε με κανένα τρόπο να χρησιμεύσει σαν όργανο, για άδικες διώξεις.
Οργισμένοι εξ αιτίας της αντίστασης του μπέη, οι μουσουλμάνοι οργάνωσαν συνωμοσία εναντίον του. Τον κατάγγειλαν στην Κωνσταντινούπολη για προδοσία εναντίον του αφέντη του, για απιστία προς τη θρησκεία του και για υπερβολική προστασία προς τους ραγιάδες.

Δεν χρειάστηκαν περισσότερα ώστε να αποφασιστεί η ανάκληση του μπέη. Με τη συνείδηση ήσυχη και με αυτοπεποίθηση ο Γιουσούφ παρουσιάστηκε στο Διβάνι, εξήγησε τη στάση του και, αντί να βαδίσει προς τη λαιμητόμο, όπως περίμεναν οι κατήγοροί του, κέρδισε την εκτίμηση του Σουλτάνου, που τον στο αξίωμα του πασά και του ανέθεσε τη διοίκηση της Χίου.

Η Πύλη έστειλε στη Ρόδο διάδοχό του τον Μεχμέτ Σουκιούρ μπέη, γέροντα εξήντα χρόνων, Έλληνα, Μανιάτη την καταγωγή, αδελφό του Πετρόμπεη(8).

Ο Μεχμέτ αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους, πουλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε μουσουλμάνος, σκλάβος κάποιου αφέντη. Από τα χρόνια κιόλας της εφηβείας του, με την ιδιότητα του ιτς-ογλάν(9)μυήθηκε στις αισχρές συνήθειες, που ανέκαθεν ήταν ανεκτές στην Ανατολή.

Ικανός στις ναυτικές δουλειές, όπως όλοι οι Μανιάτες, οι οποίοι ασχολούνται μ’ αυτές από τα παιδικά τους χρόνια, ο νεαρός Μεχμέτ απέκτησε κάποια φήμη, υπηρέτησε το Σουλτάνο και έφτασε σιγά-σιγά στο βαθμό του σουλτανά-μπεη. Όταν αναμείχθηκε στη συνωμοσία του Μουσταφά Μπαϊρακτάρη(10), η οποία αποκαλύφθηκε στην Κωνσταντινούπολη και στην οποία είχε παίξει σημαντικό ρόλο, στάθηκε πιο τυχερός από τον αρχηγό του και κατάφερε με τη φυγή, να γλιτώσει τα βασανιστήρια που τον περίμεναν.

Αργότερα ο σουλτάνος του έδωσε χάρη, και του ανέθεσε μια από τις Διοικήσεις των ακτών της Μαύρης Θάλασσας, στην Ασία. Ζούσε εκεί, σχεδόν λησμονημένος, όταν ξέσπασε στην Ελλάδα η επανάσταση. Ήταν η εποχή που διορίστηκε διοικητής της Ρόδου και πήρε τη θέση του συνετού Γιουσούφ, ο οποίος απομακρύνθηκε ύστερα από τις μηχανορραφίες.  

Οι περιστάσεις, στις οποίες βρέθηκε ο Μεχμέτ, είχαν εξαντλήσει όλη του την περιουσία. Η Ρόδος ήταν πλούσια και ανθηρή. Τούρκοι και Έλληνες έβλεπαν το εμπόριό τους να ακμάζει κάτω από μια διοίκηση δίκαιη και πατρική. Ο νέος διοικητής δεν σκέφτηκε τίποτε άλλο, παρά πώς να οικειοποιηθεί τόσα αγαθά. Η ακόρεστη απληστία του δεν άργησε να εκδηλωθεί βίαια.

Κατηγορούσε τους Έλληνες για το ανατρεπτικό πνεύμα τους, για τα μέσα που τους πρόσφερε η περιουσία τους, ώστε να οργανώνουν συνωμοσίες, που εκείνος ήθελε να εμποδίζει. Στους Τούρκους ανέφερε ότι οι περιστάσεις ήταν δύσκολες και ότι χρειαζόταν γερές συνεισφορές και μεγάλες θυσίες, για να ενισχυθεί ο πόλεμος εναντίον των επαναστατημένων ραγιάδων.

Οι τελευταίοι μάταια παραπονούνταν ότι τους έβαζε στο ίδιο επίπεδο με τους Έλληνες. Η μόνη ικανοποίηση που πέτυχαν ήταν να βλέπουν τους ραγιάδες να βασανίζονται συνεχώς για την παραμικρή παράβαση και να καταδικάζονται σε θάνατο με την πιο ασήμαντη κατηγορία.

Μερικά επεισόδια θα είναι αρκετά να σας δώσουν μια σωστή εικόνα του χαρακτήρα του τέρατος.
Οι Έλληνες και οι Εβραίοι είναι οι μόνοι που έχουν ταβέρνες. Αλλά τους απαγορεύεται αυστηρά να πουλούν κρασί ή ρακή στους Τούρκους στρατιώτες.

Μια μέρα ένας απ’ αυτούς μπήκε σε μια ταβέρνα και αφού απαίτησε να του δώσουν ρακή, δεν άργησε να βρεθεί εντελώς μεθυσμένος. Μόλις βγήκε από το μαγαζί, μπλέχτηκε σε καυγά με κάποιον άλλο στρατιώτη και τον πλήγωσε χτυπώντας τον με το γιαταγάνι του.     

Όταν συνέλαβαν το δράστη και τον ρώτησαν, αυτός έδειξε το μέρος όπου είχε αγοράσει το ποτό Τη γλίτωσε με ραβδισμούς, αλλά ο δυστυχισμένος ο παραβάτης καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.

Στη Ρόδο υπάρχει ένα ναυπηγείο, στο οποίο κάθε χρόνο κατασκευάζονται για την Πύλη δύο ή τρία πολεμικά πλοία. Μόνο οι Έλληνες εξαναγκάζονται να εκτελούν αυτές τις εργασίες με την επίβλεψη Τούρκων φρουρών, που τους μεταχειρίζονται σαν κατάδικους.

Καθυστερεί κάποιος να πάει στη θέση του; Έχουμε δει φύλακες απάνθρωπους να κρεμούν τον παραβάτη από τα πόδια και να του επιβάλλουν την ποινή του ραβδισμού σ’ αυτή τη φρικτή στάση, μέχρι που βγαίνει αίμα από το στόμα και από τα μάτια του.-μια μέρα-φρίττει κανείς και να το λέει!..-ένας Έλληνας κατηγορήθηκε ότι έκρυψε τα χρήματά του.

Οδηγήθηκε μπροστά στον μπέη, ο οποίος αφού διέταξε να τον δέσου, πρόσταξε να τον μαστιγώσουν στην κοιλιά. Ο δυστυχισμένος, ύστερα από κλάματα και κραυγές πόνου, έχασε τις δυνάμεις του και λιποθύμησε. Κάλεσαν γιατρό. Ήταν ο αξιοσέβαστος κύριος Μας, υποπρόξενος της Αυστρίας και της Αγγλίας, ο οποίος εδώ και πολύ καιρό ασκεί δωρεάν την ιατρική για τους φτωχούς Έλληνες, που τον γεμίζουν ευχές.

-Φρόντισε να συνέλθει αυτός ο άνθρωπος, του είπε απότομα ο Διοικητής.
-Ε! και μήπως μπορώ; Φώναξε ο γιατρός. Αυτό ο άνθρωπος τώρα ξεψυχά, αλλά μπέη μην αμφιβάλλεις ότι θα γυρίσει τη μέρα της μέλλουσας κρίσης και θα σου ζητήσει το λόγο για τη βαρβαρότητά σου!..

Ο Μεχμέτ εντυπωσιάστηκε απ’ αυτά τα λόγια. Πράγματι, στο μυαλό των Τούρκων προκαλούν μια εικόνα που τους φαίνεται τρομακτική. Αλλά, ο μπέης χριστιανός αρνησίθρησκος, αφού εγκατέλειψε τη γλυκύτητα της πρώτης του θρησκείας, από τη δεύτερη υιοθέτησε μόνο την ωμή αγριότητα, απογυμνωμένη από κάθε είδους οίκτο.

Ο διοικητής ενημερώνεται από τους μυστικούς πράκτορές του και για το πιο ασήμαντο γεγονός που συμβαίνει στην πόλη της Ρόδου και στα λιγότερο κατοικημένα χωριά. Γνωρίζει τα πάντα, συζυγικούς καυγάδες, ζήλιες, έχθρες, ερωτικές ραδιουργίες, και κυρίως οι Εβραίοι είναι εκείνοι που επιδίδονται σ’ αυτή τη συνεχή κατασκοπία.

Με τους ανθρώπους του δημιούργησε το Μεκχεμέ, ή Ιεροδικείο, που μπροστά του τρέμουν οι Τούρκοι και κανείς του δεν θα τολμούσε να το καταγγείλει στην Κωνσταντινούπολη.

Και ποιος θα μπορούσε να σταματήσει τόσες συμφορές; Οι διαμαρτυρίες των Ελλήνων θεωρούνται εξέγερση. Τα παράπονα των Τούρκων κρίνονται μέσα στο πλαίσιο του συμφέροντος της υποθέσεως του Ισλαμισμού, που απορροφά όλες τις φροντίδες του Διβανίου. Γνωρίζουν το χαρακτήρα του μπέη: σκληρός, ανελέητος, δεν θα συγχωρούσε τον καταδότη και κανείς δεν τολμά να διακινδυνεύσει ένα τέτοιο τρομερό ενδεχόμενο.

Πρέπει λοιπόν να στενάζουμε και να σιωπούμε! Αλλά, αντίο στην ευημερία του τόπου! Το εμπόριο, η γεωργία έχουν πια εγκαταλειφθεί. Ο μπέης που το αντιλαμβάνεται, του κάκου κατηγορεί τους Έλληνες για τεμπελιά!.. Τίποτα δεν αποθαρρύνει περισσότερο το γεωργό, όσο η βεβαιότητα ότι σπέρνει για άλλον.

Τι ενδιαφέρον θα δείξει για δουλειές από τις οποίες δεν θα αποκομίσει κανένα όφελος; Δεν εκφράζει φρικτή θλίψη το επιφώνημα τούτο του Βιργίλιου:  «I mpius haec tam culta novalia miles habebit Barbarus has segetes(1) (11)».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Περισσότερα, εφημερίδα «Ροδιακή»11.11.2009 και 26. 3.2013, γράφει ο Κ. Τσαλαχούρης.
2. D.D. Avenat, προξενικός πράκτορας Γαλλία στην Κω-1822-1862. Παράλληλα εκτελούσε χρέη προξενικού πράκτορα της Αγγλίας και Ελλάδος.
3. Βρυξέλλες 1828,1830.
4. Η μετάφραση έγινε πριν από είκοσι πέντε χρόνια  από την Πόπη, αγαπημένη συνάδελφο, η οποία δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Η γνωριμία έγινε σε χώρους αθηναϊκών εφημερίδων, χωρίς να γίνει γνωστό ότι ήταν άριστη μεταφράστρια. Αιωνία της η μνήμη…
5. Description des Monumens de Rhodes, σελίδα 20.
6. Το ίδιο με το προηγούμενο, σελίδα 68. Σελίδα
7. Il appuya sur ce mot de tyran avec une affectation qui ne pouvait m’ échapper.
8. Δεν είναι του παρόντος
9. Ιτς-τσογλάν, θύμα παιδομαζώματος που υπηρετούσε το σουλτάνο. Υπηρέτης όχι δούλος.
10. Δεν είναι του παρόντος.  
11. Αυτά τα τόσο νέα γεωργήματα θα τα έχει ο ασεβής στρατιώτης, ο βάρβαρος αυτά τα σπαρμένα χωράφια (1) 1. Ecloga I,v.71.   

 

Το βιβλίο του συνταγματάρχη Ροττιέ-Δεύτερη έκδοση-«Monumens de Rhodes», Βρυξέλλες, Εκδόσεις της κυρίας Ve A. Colinez, 1830
Το βιβλίο του συνταγματάρχη Ροττιέ-Δεύτερη έκδοση-«Monumens de Rhodes», Βρυξέλλες, Εκδόσεις της κυρίας Ve A. Colinez, 1830 

 

O Βέλγος συνταγματάρχης Μπερνάρ Ευγένιος-Αντουάν Ροττιέ
O Βέλγος συνταγματάρχης Μπερνάρ Ευγένιος-Αντουάν Ροττιέ

 

Ο Σουκιούρμπεης
Ο Σουκιούρμπεης

 

Το λεύκωμα «Monumens de Rhodes», όπου καταχωρούνται όλες οι Γκραβούρες του ζωγράφου P.J.Witdooech , που συνόδευε τον Ροττιέ στο ταξίδι του στη Ρόδο
Το λεύκωμα «Monumens de Rhodes», όπου καταχωρούνται όλες οι Γκραβούρες του ζωγράφου P.J.Witdooech , που συνόδευε τον Ροττιέ στο ταξίδι του στη Ρόδο

 

Η πόλη της Ρόδου από το λιμάνι, αριστερά, γκραβούρα του P.J.Witdooech
Η πόλη της Ρόδου από το λιμάνι, αριστερά, γκραβούρα του P.J.Witdooech

 

Ο ταρσανάς στο Μαντράκι-φωτό του 1930. Το ναυπηγείο λειτούργησε μέχρι τη δεκαετία του 1950.
Ο ταρσανάς στο Μαντράκι-φωτό του 1930. Το ναυπηγείο λειτούργησε μέχρι τη δεκαετία του 1950