«Κι οι θάλασσες σωπαίνουν» του Νίκου Ψιλάκη

Της Μαίρης Παπανδρέου

 

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ιστορικό μυθιστόρημα του Νίκου Ψιλάκη «Κι οι θάλασσες σωπαίνουν», εκδόσεις ΚΑΡΜΑΝΩΡ Α’ έκδοση Ηράκλειο 2018. Οι 514 σελίδες,  σε ταξιδεύουν πρωτίστως στην Κρήτη, σε διάφορες χρονικές περιόδους, με επίκεντρο τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως ο συγγραφέας, αναπλάθει με εντυπωσιακές αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων. 

Ο Νίκος Ψιλάκης, είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας πολλών λογοτεχνικών βιβλίων. Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις και βραβεία , ανάμεσα στα οποία είναι το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο «Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης» και το Βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» για την προσφορά του στα Γράμματα. 

Με φιλοσοφική διάθεση, λογοτεχνική έκφραση και ιστορικές αλήθειες στους συναρπαστικούς διαλόγους των ηρώων του, δίνει ξεχωριστή διάσταση στον λόγο, όπως: «Ακόμα κι η πέτρα καταλυέται», «ένιωθα σαν συνώνυμες λέξεις το "δικός” και το “ξένος”», «...ήμουν πολύ νέος και όλος ο κόσμος μπορούσε να χωρέσει σ’ ένα όνειρο και σ’ ένα ταξίδι...». Μας προδιαθέτει για μια ιδιαίτερη θεώρηση, για το μεγάλο ταξίδι που παίρνει τον αναγνώστη, καθώς διευκρινίζει: «...και οι τόποι έχουνε μνήμη, ψυχή και συναίσθημα», πόσο μάλλον η Κρήτη με τον πλούσιο ψυχικό κόσμο των κατοίκων της. 

Οι ανθρώπινες ιστορίες που περιγράφει, διαδραματίζονται κυρίως στον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα από συναρπαστικές αφηγήσεις, καθώς σοφά δηλώνει ο «Γερο-Ανεμόσουρας»: «Κανένας πόλεμος δεν τελειώνει με μια συμφωνία ειρήνης, οι μεγάλες μάχες δίνονται μετά». Πρωταγωνιστές, Κρητικοί της καθημερινότητας με συνηθισμένες ασχολίες, που όμως με πολλούς τρόπους «εμπλέκονται» στον Πόλεμο, αλλά και στην Αντίσταση.

Ανάγλυφοι οι χαρακτήρες των ανθρώπων, με διαφορετικές παραδόσεις και θρησκείες, που όμως: «...Η μακραίωνη συμβίωση κονταίνει τις αποστάσεις, κάποτε τις καταργεί κιόλας, οι άνθρωποι γνωρίζονται πια, μαθαίνουν να γκρεμίζουν φραγμούς». Ο Νίκος Ψιλάκης, παρ’ όλο που την επώδυνη περίοδο του Πολέμου που, «...δεν υπάρχει τόπος για τ’ όνειρο», το συναίσθημα θριαμβεύει. 

Αναφέρει ανθρώπους της καθημερινότητας, αλλά και αυτούς των «Γραμμάτων», «δωσίλογους», τη βαρβαρότητα του «κατακτητή» αλλά και αυτούς της Αντίστασης, ακόμα και σε δολιοφθορές εναντίον του κατακτητή: «Τούτος ο Χεϊτάνης, είπε η Ευγενικώ, είχε κατακλέψει τους Γερμανούς. Στήριζε πάνω σε πέτρες τα φορτηγά, ξεβίδωνε κι έπαιρνε τα λάστιχά τους, άρπαζε τέντες, δοχεία πετρελαίου, κονσέρβες, έκλεβε της Παναγιάς τα μάτια».

Υπενθυμίζει και την «αντίσταση», λειτουργών της Εκκλησίας μας: «...Ο καλόγερός ήταν χωμένος μέχρι τα μπούνια στ’ αντάρτικο, ακόμα και κάτω από την Αγία Τράπεζα λεν πως έκρυβε όπλα». Γράφει για τις «εικονικές εκτελέσεις», που χρησιμοποιούσαν ως βασανιστήριο και μοχλό εξομολόγησης, ξαναθυμίζει γεγονότα, σε όσους έζησαν τον Πόλεμο όπως την κινηματογραφική «απαγωγή του στρατηγού Κράϊπε», ξαναθυμίζει τον «ρεβιθοκαφέ» που κόστιζε στο καφενείο: «Δυό αυγά ο καφές, δυο η ρακή με στραγάλι. Νερό τζάμπα. Λάδι δεκτόν, ένα μπουκάλι της γκαζόζας οι εφτά καφέδες». 

Ο Νίκος Ψιλάκης, στο οπισθόφυλλο, αναφέρει μεταξύ άλλων: «Στο επίκεντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται ένα από τα πιο σκοτεινά περιστατικά της ναζιστικής κατοχής: η βύθιση του πλοίου Τάναϊς, με μετέφερε κλεισμένος στ’ αμπάρια του, Έλληνες ομήρους, Ιταλούς αντιφασίστες, και όλους τους Εβραίους της Κρήτης». «Ο αφηγητής επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο είκοσι χρόνια μετά και αναζητεί τα ίχνη του πατέρα του, που είχε χαθεί το 1944, και ως αιτία της εξαφάνισης αναφέρεται ο πνιγμός του στο ναυάγιο.

Εκείνος αποφασίζει να συνεχίσει το ψάξιμο, σεβόμενος την υπόσχεση προς τη μητέρα του, που θεωρούσε τον άνδρα της ακόμα ζωντανό. Μέρα και νύχτα  βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τα συμβάντα του πολέμου αλλά και με τις συνέπειές τους στις ζωές των ανθρωπων, τις κάθε λογής φτωχοποιήσεις κοινωνιών και ατόμων. Οι παλιές πληγές ματώνουν με την πρώτη ψηλάφησή τους το παρελθόν καθορίζει το παρόν, κι εκείνος – μετανάστης από την τρυφερή ηλικία του – ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο ταυτότητες και σε πολλές εκδοχές των ίδιων γεγονότων.

Ανασκαλεύει τις μνήμες των άλλων, συναντά εφηβικούς έρωτες, περπατά στα σιωπηλά μονοπάτια της ιστορίας και περιπλανιέται στα δρομάκια της Οβριακής, μια γειτονιάς που άδειασε μέσα σε 45 λεπτά, και οι κάτοικοί της, νέοι, γέροι και 120 παιδιά, χάθηκαν μια καλοκαιρινή νύχτα ανάμεσα στην Κρήτη και τη Σαντορίνη».

«Όσο αναδεύει τ’ αποκαΐδια, ξεπηδούν μικρές ιστορίες ανθρώπων: κάποιας Εσθήρ που κρυβόταν στις ερημιές κι έγραφε γράμματα, κάποιου Σαράντη που βρέθηκε να παλεύει ναυαγούς με τα κύματα, κάποιας Ροδαμνής που την κούρεψαν και την πόμπεψαν μετά την απελευθέρωση, κάποιου μουγγού που βρέθηκε σε ξένο τόπο, κάποιου Ένατό που σκόπευε να προσφέρει δώρο στη Σιλβάνα του ένα ζευγάρι ξυλοπάπουτσα».

«Ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα που, μέσα στις σελίδες του, η μυθοπλασία βαδίζει πλάι στην Ιστορία, τα πραγματικά πρόσωπα διαλέγονται με τα επινοημένα προκειμένου να αναδειχτούν οι μεγάλες αλήθειες που απλώνονται πέρα από τον χρόνο και τον χώρο. Έτσι γιατί ένα ιστορικό μυθιστόρημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνομιλεί με τον χρόνο της ιστορίας».

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει το «εσωτερικό ανάστημα» ήρωα: «Ο πατέρας είχε σε υπόληψη μεγάλη τούτον τον λειψανάβατο συγγενή, έλεγε πως ο Θεός τον είχε πλάσει με περίσκεψη, όσο μπόι του ‘χε στερήσει του το ‘χε κάμει ψυχή». Διευκρινίζει επίσης: «...το μέγα σφάλμα που κάναμε. Μετρούσαμε το χρόνο σε έτη. Σε στιγμές έπρεπε να τον μετρούμε. Να ρουφούμε την καθεμιά σαν το κρασί το γλυκόπιοτο».

Σε τρεις ολόκληρες σελίδες, ο Νίκος Ψιλάκης, ευγενικά ευχαριστεί ονομαστικά όλους όσοι με τις έγκυρες πληροφορίες τους, τον βοήθησαν στη συγγραφή του βιβλίου του «Κι οι θάλασσες σωπαίνουν».