Η πολιτική των αξιών

Του Γιώργου Γεραπετρίτη* στην “Καθημερινή”

Η απόφαση να ασχοληθεί κάποιος ενεργά με τα δημόσια πράγματα δεν είναι μια εύκολη επιλογή. Ιδίως για ανθρώπους  που έχουν εδραιωμένη επαγγελματική πορεία και κοινωνική αναγνώριση.

Πρόσωπα με τέτοια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δεν είναι εύκολο να πειστούν να αφήσουν την ασφάλεια του δικού τους επιτυχημένου μικρόκοσμου για να υπηρετήσουν έναν μεγαλύτερο σκοπό.

Και τούτο διότι η επιλογή αυτή συνοδεύεται αναγκαία από προσωπική θυσία, αφού είναι βέβαιο ότι θα υποστούν φθορά, σε ένα περιβάλλον συνολικής πολιτικής απαξίωσης και άκριτης δημαγωγίας.

Ο δημαγωγικός λόγος της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας περιλαμβάνει ως βασικό αφήγημα τη μάχη κατά των ελίτ. Και ως ελίτ χαρακτηρίζει αδιαβάθμητα όσους με τον λόγο ή το έργο τους ασκούν επίδραση στην κοινωνία. Και απέναντι στις ελίτ θέτουν εαυτούς.

Επειδή θεωρώ ότι η συζήτηση αυτή με θίγει προσωπικά και παράγει για τη χώρα μου ένα έντονο διχαστικό αποτέλεσμα, θα προσπαθήσω να τοποθετηθώ με αναφορά στην προσωπική μου διαδρομή.

Γεννήθηκα στην Κάρπαθο και μεγάλωσα στον Πειραιά. Οι γονείς μου δεν είχαν ανώτατη εκπαίδευση και δεν απέκτησαν ποτέ σημαντική περιουσία  – ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος και η μητέρα μου ασχολήθηκε με την ανατροφή των τριών παιδιών της. Είχαν ως μόνο στόχο ζωής να τους εξασφαλίσουν μια ζωή καλύτερη από τη δική τους, όπως οι περισσότεροι Ελληνες την εποχή εκείνη.

Αισθάνομαι γνήσια ευγνωμοσύνη για το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο εντάχθηκα από παιδί και στο οποίο, με άλλη ιδιότητα, ανήκω ώς σήμερα. Πέτυχα στις εισαγωγικές εξετάσεις σε ένα σπουδαίο Πρότυπο Γυμνάσιο του Πειραιά, την Ιωνίδειο Σχολή – διαβατήριο μιας καλύτερης ζωής.

Στη συνέχεια η Νομική Σχολή της Αθήνας και τα μεταπτυχιακά σε μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού, αποκλειστικά και μόνο χάρη στις υποτροφίες που χορηγούσε, έπειτα από αυστηρές εξετάσεις, το Iδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Μετά στρατός, επαγγελματική απασχόληση (όχι πάντοτε ανάλογη των προσόντων μου), διαρκής επιμόρφωση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και, τελικά, ένταξη στην ακαδημαϊκή κοινότητα του αρχαιότερου πανεπιστημίου της χώρας. Hδη, από τον πρώτο χρόνο της φοιτητικής μου ζωής εξασφάλιζα τους αναγκαίους πόρους χωρίς καμία επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Η δική μου μικρή ιστορία είναι η ιστορία πολλών ανθρώπων της δικής μου γενιάς. Ανθρώπων που επέλεξαν συνειδητά τον δρόμο της σκληρής προσπάθειας, ελπίζοντας ότι οι κόποι και οι θυσίες τους κάποια στιγμή θα αναγνωρίζονταν και οι ικανότητές τους θα κεφαλαιοποιούντο. Εκφράζοντας τους ανθρώπους αυτούς ομολογώ ότι αισθάνομαι τυχερός που έζησα στην ευημερία της μεταπολίτευσης αλλά και υπερήφανος επειδή τίποτε από όσα κατέκτησα δεν μου χαρίστηκε ούτε μου κληροδοτήθηκε. Μέτρησα όλα τα σκαλιά στην κλίμακα της κοινωνικής κινητικότητας για να φτάσω ώς εδώ, χωρίς άλματα αλλά και χωρίς συνειδησιακές εκπτώσεις.

Εάν η διαδρομή μου και οι αρχές που υπηρέτησα με κατατάσσουν στην πνευματική, οικονομική ή πολιτική ελίτ, απέναντι σε όσους αυτοπροσδιορίζονται ως «λαϊκοί», επειδή έθεταν στη ζωή τους χαμηλό πήχυ και ζυμώθηκαν στον κομματικό σωλήνα, αποδέχομαι την ετικέτα, αν και αμφισβητώ την ειλικρίνεια των προθέσεών τους. Αυτό, όμως, στο οποίο δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία είναι ότι για ανθρώπους όπως εγώ, που επέλεξαν ως τρόπο ζωής την προσήλωση σε υψηλούς στόχους, η μοναδική επιλογή για την πολιτική ηγεσία του τόπου είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Eχτισε την προσωπικότητά του μέσα από σημαντικές σπουδές και απασχόληση στην αγορά, στάθηκε απέναντι στον λαϊκισμό από όπου και αν προερχόταν, υπηρέτησε με πίστη το όραμα μιας σύγχρονης διοίκησης, έδωσε βήμα σε πολίτες έξω από κομματικά στεγανά και διατήρησε στην πολιτική αρένα ένα υψηλό επίπεδο ευπρέπειας παρά τη διάχυτη τοξικότητα που τον χτύπησε προσωπικά και οικογενειακά.

Κυρίως, όμως, διότι πιστεύει στην ισότητα ευκαιριών και στους θεσμούς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και έχει θέσει ως μείζονα στόχο της επόμενης διακυβέρνησης την αξιοκρατία και την αποκατάσταση των θεσμών μέσα από την εδραίωση μιας βαθιάς σχέσης εμπιστοσύνης με τον λαό.

Στην πρόσκληση να συμμετέχω στην προσπάθεια αυτή δεν θα μπορούσα να αρνηθώ. O,τι είμαστε το οφείλουμε στην πατρίδα και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Με αίσθηση χρέους απέναντί της και με την προσδοκία ότι μπορούμε να χτίσουμε ένα καλύτερο μέλλον για τις επόμενες γενιές και να επαναπατρίσουμε το σπουδαίο ανθρώπινο δυναμικό που διέρρευσε την εποχή της κρίσης.

Απορρίπτοντας τον μεσσιανισμό, τη μετριοκρατία και τον λαϊκισμό και επενδύοντας στην αξία, στην ακεραιότητα και στην ειλικρίνεια. Και, όπως το έκανα πάντα, στα σταυροδρόμια που θα συναντήσω, σκοπεύω να επιλέξω την ανηφόρα που θα φέρει την πατρίδα λίγο ψηλότερα.

*Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, υποψήφιος βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας.