Η εξεγερτική σκέψη

Επιθυμούμε διακαώς τη Δημοκρατία, να εκφραζόμαστε ελεύθερα, να αποφασίζουμε για την τύχη μας και να μην δίνουμε σε άλλους το δικαίωμα να ανοίγουν τεχνητούς δρόμους διαφυγής από τη σημερινή ασφυκτική κατάσταση, όπου ο καθένας μετρά τις μέρες και τις πληγές του για να ξεφύγει από τα δημοσιονομικά δεσμά που όχι μόνο έφεραν τη χώρα σε κατάσταση ύφεσης χωρίς γυρισμό αλλά μετέτρεψαν την κοινωνία σε ασύλληπτο αλαλούμ αντιθέσεων και προστριβών. 

Επιθυμούμε να εκδηλώνουμε αλληλεγγύη σε δύσκολες στιγμές για τον διπλανό μας, την ίδια στιγμή που αισθανόμαστε αδύναμοι να διεκδικήσουμε  μια θέση στον αγώνα ταχύτητας του συνεχούς κέρδους αλλά που μετά μανίας το επιδιώκουμε. 

Θέλουμε να είμαστε πάντα οι πρωταγωνιστές στις ειδήσεις για την ανάπτυξη, να θεωρούμαστε οι τηλεπερσόνες που πάνω τους στηρίζεται μια ολόκληρη κοινωνία από ειδησεογραφικής πλευράς, οι προσωπικότητες εκείνες που αποφασίζουν πότε θα ενημερωθούμε σωστά ή όχι, πότε θα ανησυχήσουμε και γιατί για την πορεία της ανθρωπότητας που καταποντίζεται από τις ίδιες τις πράξεις των μελών της. 

Με λίγα λόγια, τα θέλουμε όλα, να είμαστε οι πρωταγωνιστές και οι κομπάρσοι, οι σκηνοθέτες και οι ηθοποιοί, με ξεχωριστό ρόλο κάθε φορά. Θέλουμε επίσης να ξεχωρίζουμε στις συζητήσεις για την επιστήμη και την πολιτική, για την οικονομία και την τέχνη, για όλα αυτά που μας καθορίζουν και μας τοποθετούν καταλλήλως στο καθημερινό ζωτικό παζλ.

Έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε τα δεδομένα, να προσδιοριστούμε στο κοινωνικό γίγνεσθαι, να πάρουμε μια θέση σε τούτο το ασύλληπτο χάος πολλαπλών αντιθέσεων και αναπροσαρμογών. Και ενώ έχουμε αυτή τη δύναμη, δεν τη χρησιμοποιούμε για να απελευθερωθούμε όχι μόνο από τα δεσμά  της συστημικής συμπεριφοράς αλλά του κατεστημένου μπεχαβιοριστικού μοντέλου αυτοσυντήρησης και αυτοπροβολής. 

Εν ολίγοις, έχουμε τη δύναμη και το σθένος, δεν μπορούμε όμως να τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας. Απλά λέμε πως επιθυμούμε τη Δημοκρατία για να προφέρουμε μονάχα τη λέξη, για να φανούμε ξεχωριστοί και σαγηνευτικοί αντίπαλοι του ολιστικού μοντέλου κυριαρχίας, υπηρετώντας μια θεωρία που αναφέρεται στη συνεχή λεκτική αμφισβήτηση και όχι στην πρακτική υλοποίησή της. 

Κάθε καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα και άνοιξη, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ίδια αντίφαση, με το πώς και με ποιο τρόπο  θα προσδώσουμε νόημα στη ζωή μας, πώς θα πάψουμε να κάνουμε απολογισμό του ντεζαβαντάζ του δευτερεύοντα ρόλου στην κοινωνία των διακρίσεων. Για όλους αυτούς τους λόγους αλλά και σε άλλους, σπεύδουμε πάντα τελευταίοι και καταϊδρωμένοι να αναπληρώσουμε τα κενά, πέφτοντας κάθε φορά στην παγίδα του συστήματος που καλλιεργεί υλικές απολαύσεις και αναπόληση του παρελθόντος για να μην μπορέσει κανείς να δει καθαρά το παρόν και το μέλλον. 

Για να σκεφθούμε με ελπίδα για την κοινωνική αλλαγή του αύριο, να κατορθώσουμε να απαλλαγούμε από την κακή συνήθεια του να αναπολούμε στιγμές που  δεν υπάρχουν παρά μόνο στο μισοξεχασμένο αναμνησιακό τοπίο και ιστό, πρέπει να οπλιστούμε με δυνάμεις που επιβάλλεται να ενεργοποιηθούν με τη σημερινή μας τοποθέτηση απέναντι στις απαιτήσεις ζωής που καθορίζονται κάθε φορά από το σύστημα κυριαρχίας, πρέπει να απαντήσουμε στις εκάστοτε προκλήσεις αυτού ακριβώς του συστήματος που θέλει να έχει την πρωτοκαθεδρία σε όλα τα επίπεδα  ζωής.

Για να γίνει αυτό, απαιτείται εγρήγορση και όχι παθητικότητα, εμπλοκή με όλα τα συμβαίνοντα  της καθημερινότητας γιατί είπαμε πως η ζωή συνεχίζεται και ο αγώνας εστιάζεται στα του σήμερα.   

Όλα αυτά απαιτούν νέες διόδους στη σκέψη μας, νέες αποφάσεις και σχέδια για έναν καλύτερο κόσμο και σαφώς όχι εγκλεισμό και απομονωτισμό.

Η αλληλεγγύη λοιπόν μπορεί να είναι ένα γεγονός που να μην μας αρέσει μόνο αλλά να μας συναρπάζει και να μας γοητεύει γιατί εκεί κρύβεται το μεγαλείο της διαφορετικότητας απέναντι σε έναν μονόχνωτο κόσμο που αξιώνει απλά την καναλιζαρισμένη πόρευση και στόχο, για να πιστοποιείς κάθε φορά ότι ο στόχος σου ήταν και παραμένει η ηθική επιβράβευση. Νέες ενέργειες για τον εμπλουτισμό και την αποδοχή της εκάστοτε εξεγερτικής σκέψης.