Από τις καλλιέργειες στη μονοκαλλιέργεια

Γράφει ο Θανάσης Καραναστάσης

Υπήρχε ζωή στα Δωδεκάνησα πριν από την εμφάνιση του τουρισμού. Η παραγωγή αγροτικών προϊόντων, κυρίως στη Ρόδο και την Κω, ανερχόταν σε μεγάλες ποσότητες, ικανές να θρέψουν διπλάσιο πληθυσμό στα νησιά μας. Γινόταν και εξαγωγή ορισμένων προϊόντων σε προορισμούς εντός και εκτός Ελλάδας. Δεν είναι μόνο η προσωπική εμπειρία από τη χρονική περίοδο στην οποία αναφέρομαι.

Υπάρχουν καταγεγραμμένα στοιχεία για τον παραχθέντα πλούτο εκείνων των χρόνων.
Αντλώ μερικά όπως δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς στη δεύτερη σελίδα της εφημερίδας “Ροδιακή” και προέρχονται από τα έτη 1957, 1958 και 1959.
Ας τα δούμε:
• Η ημερήσια παραγωγή ντομάτας στην Κω φθάνει τους 700 τόννους.
• Εκατόν τόννοι καπνού θα εξαχθούν από τη Ρόδο στο Βέλγιο.
• Τριακόσιοι τόννοι σύκων επωλήθησαν από της Ενώσεως Γεωργικών Συνεταιρισμών  Δωδεκανήσου εις Βόλον προς οινοπνευματοποίησιν.

• 2.000.000 οκάδες πρώιμου τομάτας εξήχθησαν εκ Ρόδου εφέτος μέχρι τέλους Μαΐου.
• Άνω των 1.500 τόννων μανταρινιών εκ Καλύμνου θα εξαχθούν εις το εξωτερικόν.
• Τον Απρίλιο του 1959, σε μια μόνον εβδομάδα, η Κ.Α.Ι.Ρ. έκανε εξαγωγή 256 βαρελιών ΠΙΠΕΡΑΤΗΣ ΡΕΤΣΙΝΑΣ προς Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Βόλο, Κέρκυρα, Μυτιλήνη και Χίο.
Αυτά και μόνο, τα ολίγα στοιχεία, δείχνουν τον δυναμισμό της δωδεκανησιακής οικονομίας κατά τα προ τουρισμού χρόνια.
Είναι ένα κεφάλαιο που αγνοούν όσοι ήταν αγέννητοι τότε και όσοι άλλοι εγκαταστάθηκαν στα νησιά μας πολύ αργότερα.
Όποιος λοιπόν δεν ξέρει, αλλά ενδιαφέρεται να μάθει, ας διαβάσει τα παρακάτω γραφόμενα.

ΟΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ
Εκτός από ελιές και λάδι, σταφύλια και κρασί, δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, καλαμπόκι και κεχρί), οι αγρότες των νησιών μας καλλιεργούσαν ντομάτα, καπνά, βαμβάκι και λινάρι. Καλλιεργούσαν σουσάμι, αράπικα φυστίκια κ.ά.
Και φυσικά καρπούζια και πεπόνια, όπως και οπωροκηπευτικά.
Θα θυμούνται οι παλαιότεροι, ότι η Ρόδος τροφοδοτούσε τις αγορές της Αθήνας με πρώιμα οπωροκηπευτικά. Η Κρήτη ακολούθησε αργότερα.

Ήλθεν όμως η Χούντα και έστησε το αεροδρόμιο στο Παραδείσι, στον πιο παραγωγικό κάμπο του νησιού. Και στην άλλη μεριά της Ρόδου στ’ Αφάντου, το γήπεδο Γκολφ, το οποίο παραμένει ημιτελές εδώ και 46 χρόνια.
Έτσι ρήμαξε η γεωργία στη Ρόδο. Στην Κω, πριν από την εγκατάλειψη της γεωργίας, υπήρχε εντατική καλλιέργεια βιομηχανικής ντομάτας, η οποία βέβαια ήταν και βρώσιμη. Λόγω σχήματος την αποκαλούσαμε “λαϊνάτη”.
Για 20 με 25 χρόνια λειτουργούσαν στο νησί περί τα 10 εργοστάσια παραγωγής τοματοπολτού, προϊόν το οποίο εξαγόταν. Ήταν τόσο μεγάλη η παραγωγή που συχνά δεν επαρκούσαν τα καφάσια για τη μεταφορά της ντομάτας στα εργοστάσια.

Και τότε ξεσπούσε ο λεγόμενος “πόλεμος των καφασιών”, όπως θα ενθυμούνται οι παλαιότεροι.
Μεγάλη ήταν και η παραγωγή καρπουζιών και πεπονιών. Τους θερινούς μήνες δεκάδες τόννοι αυτών των φρούτων έφευγαν για τη Ρόδο και άλλα νησιά από την Σκάλα της Καρδάμαινας κυρίως. Από το ίδιο μέρος γινόταν εξαγωγή και άλλων προϊόντων, όπως σιτηρών, ντομάτας, ξηρών σύκων, πήλινων σκευών, κ.ά.
Στη Ρόδο εκείνα τα χρόνια λειτουργούσαν και μερικές μικρές, αλλά σημαντικές βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες, όπως το εργοστάσιο παραγωγής τοματοπολτου, η καπνοβιομηχανία ΤΕΜΙ, μονάδες παραγωγής σαπουνιού, αρωμάτων, υπήρχαν κεραμουργεία και ταπητουργεία που παρήγαγαν εξαιρετικά προϊόντα.
Αξιόλογη ήταν επίσης η οικοτεχνία, η οποία πρόσφερε είδη άφθαστης ποιότητας.

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ
Όσο σημαντική ήταν η απόδοση της αγροτικής γης τόσο πενιχρό ήταν το εισόδημα των ανθρώπων της υπαίθρου. Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων ήταν “σκοτωμένες”, το καταναλωτικό κοινό ήταν περιορισμένο, οι πληρωμές έρχονταν με καθυστέρηση.
Την ίδια στιγμή όμως τα καλλιεργητικά έξοδα αυξάνονταν. Συγχρόνως αυξάνονταν και τα χρέη των αγροτών, αφού δεν είχαν ιδίους πόρους για να καλύψουν τις δαπάνες από την προμήθεια λιπασμάτων, καυσίμων, εργαλείων κ.λπ.

Έτσι οι νέοι των χωριών, απογοητευμένοι, άρχισαν να παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιά για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό συνέβαινε βέβαια σε όλη την Ελλάδα, όχι μόνο στα Δωδεκάνησα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 το μεταναστευτικό ρεύμα κατευθυνόταν προς την Αυστραλία, προς την Αφρική, τη Βραζιλία, προς τις ΗΠΑ και τον Καναδά.

Λίγα χρόνια αργότερα, οι νέοι της Ελλάδας έφευγαν κυρίως προς τη Δυτική Γερμανία και το Βέλγιο, λιγότεροι προς τις σκανδιναβικές χώρες, προς την Αυστρία και τη Γαλλία.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν βρισκόμουν στη Δυτική Γερμανία, υπήρχαν στη χώρα αυτήν περί τους 400.000 μετανάστες από την Ελλάδα.

Η πατρίδα μας τότε συντηρούνταν βασικά από το ναυτιλιακό και το μεταναστευτικό συνάλλαγμα.
Τα ίδια εκείνα χρόνια οι βιοτεχνίες και οι μικρές βιομηχανικές μονάδες της περιοχής έκλειναν η μία μετά την άλλη. Δεν άντεξαν στον ανταγωνισμό των μεγάλων εταιρειών που έβαλαν πόδι στον τόπο μας.
Έτσι βρέθηκαν τα νησιά μας, όταν μια νέα οικονομική δραστηριότητα, ο τουρισμός, έκανε την εμφάνισή της.

Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Η τουριστική κίνηση στη Ρόδο ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Μια δεκαετία αργότερα και στην Κω. Οι πρώτοι εκείνοι επισκέπτες, περιηγητές θα έλεγα, ήταν άνθρωποι οικονομικά εύρωστοι και ανώτερου μορφωτικού επιπέδου.

Ανάμεσα στις προσωπικότητες της διεθνούς πολιτικής, της επιστήμης και των τεχνών, μεγάλοι επιχειρηματίες, εφοπλιστές (π.χ. Ωνάσης και Νιάρχος) και άλλοι. Η Ρόδος εκείνα τα χρόνια είχε άθικτο φυσικό και χτιστό περιβάλλον, πανέμορφα τοπία, ιστορικά μνημεία και βέβαια πλούσιο ιστορικό παρελθόν. Επιπλέον οι κάτοικοι του νησιού ήταν άνθρωποι απλοί, ανοιχτοί στους ξένους και καταδεκτικοί.
Αυτά τα στοιχεία γοήτευαν τους επισκέπτες εκείνα τα χρόνια κι έτσι απέκτησε η Ρόδος διεθνή φήμη.
Με την ταινία “Τα Κανόνια του Ναβαρόνε” που γυρίστηκαν εδώ εδραιώθηκε το νησί μας ως περιζήτητος τουριστικός προορισμός.

Με τις ναυλωμένες πτήσεις που ξεκίνησαν το 1957 από τη Γερμανία και με τς κρουαζιέρες, ο όγκος των επισκεπτών αύξανε από χρόνο σε χρόνο. Συγχρόνως αυξανόταν και ο αριθμός των ξενοδοχείων και των τουριστικών καταλυμάτων.
Μ’ αυτό τον ασταμάτητο ρυθμό η ισόρροπη ανάπτυξη πήγε περίπατο. Έτσι βούλιαξαν ο πρωτογενής και ο δευτερογενής τομέας και ό,τι τρώμε και ό,τι πίνουμε έρχεται απ’ έξω.

Σήμερα ο αριθμός των ξενοδοχειακών κλινών υπερβαίνει τον αριθμό των κατοίκων του νησιού και δεν χρειάζεται να είναι κανείς αναπτυξιολόγος για να καταλάβει τις βλαπτικές συνέπειες αυτής της μονοκαλλιέργειας. Ο μαζικός τουρισμός είναι που έριξε την ποιότητα και περιόρισε δραστικά τα οικονομικά  οφέλη για τον τόπο. Πληρότητες υπάρχουν στα πεντάστερα ξενοδοχεία αλλά από άφραγκους τουρίστες που δεν κρατούν πάνω από 300 ευρώ στην τσέπη τους. Ο τουρισμός εδώ αναπτύχθηκε χωρίς σχέδιο. Ο τυχοδιωκτισμός, η έλλειψη οποιουδήποτε σοβαρού προγράμματος είναι που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση για την οποία όλοι παραπονιούνται, αλλά η ευθύνη βαραίνει τους... εξωγήινους.

Αμφιβάλλω αν κάποιοι θυμούνται ακόμη τι συνέβη το 1979 και 1993-1994, χρονιές που καθόρισαν αρνητικά τις μετέπειτα εξελίξεις στον τουρισμό μας. Είναι πάντως μεγάλο και με πολλές πτυχές το κεφάλαιο της τουριστικής ανάπτυξης στην περιοχή μας. Και δεν είμαι εγώ αρμόδιος να το μελετήσω σε βάθος.

Η πρόθεσή μου σ’ αυτό το σημείωμα εξαντλείται στο γνωστό κλισέ “για να θυμούνται οι παλαιοί και να μαθαίνουν οι νέοι”. Και για να καταλάβουν όσοι στερούνται γνώσης του παρελθόντος μας, στα νησιά μας δεν... φυτεύαμε πάντα ξενοδοχεία και βίλες.
Εδώ παραγόταν πάντα σημαντικός πλούτος. Η μεταπολεμικά εξουθενωμένη Ελλάδα με τις ανεπάρκειές της δεν στάθηκε ικανή να τον στηρίξει.