Δύο ταχύτητες στον  ελληνικό τουρισμό από τους φόρους

Συνέντευξη στη Νίκη Παπάζογλου

«Δύο πραγματικότητες στον ελληνικό τουρισμό δημιουργεί η υπερφορολόγηση», φαινόμενο που τείνει να παγιωθεί αν δεν ληφθούν έγκαιρα τα σωστά μέτρα, επισημαίνει σε συνέντευξή του στο Insider.gr ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, Ανδρέας Ανδρεάδης.

Επισκοπώντας την πορεία των προκρατήσεων και τους στόχους του 2017, ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ υπογραμμίζει για ακόμα μια φορά την δυναμική του τουριστικού κλάδου σημειώνοντας πως, αν οι προβλέψεις βγουν αληθινές, θα μπορούσε να συμβάλλει ακόμα πιο δυναμικά στην ελληνική οικονομία προσφέροντας μια ακόμα μονάδα στο ΑΕΠ της χώρας. 

Παράλληλα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου διευκρινίζοντας πως επιπλέον καθυστερήσεις στο κλείσιμο της αξιολόγησης θα είχαν δυσάρεστες βραχυπρόθεσμες καθώς και μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις.

Αναφερθείς στο φαινόμενο των μισθώσεων καταλυμάτων, ο κ . Ανδρεάδης επισημαίνει για ακόμα μια φορά πως το κράτος χάνει τουλάχιστον 270 εκατ. ευρώ σε φορολογικά έσοδα κατ’ έτος και εκτιμά πως το νομοσχέδιο το οποίο παρουσίασε η κυβέρνηση δεν είναι ούτε εφαρμόσιμο ούτε δίκαιο αφού, όπως εξηγεί, η αντιμετώπιση του φαινομένου επιβάλλει μια συνταγματικά επιβεβλημένη φορολογική και ρυθμιστική συμμετρία με τη βαριά φορολογημένη αγορά κύριων και μη κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων.

Τι δείχνει η πορεία των προκρατήσεων τόσο για τις αφίξεις όσο και για τα έσοδα και ποιος ο στόχος για το 2017; Κατά πόσο η καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης επιδρά σε αυτόν;
Συνυπολογίζοντας τα στοιχεία που λαμβάνουμε καθημερινά, η εκτίμηση του ΣΕΤΕ για το 2017 είναι ότι οι διεθνείς αφίξεις μπορεί να ανέλθουν περίπου στα 26 εκατ. από 24,8 εκατ. το 2016. Συμπεριλαμβανομένης και της κρουαζιέρας, οι συνολικές αφίξεις για το 2017 αναμένεται να κινηθούν περί τα 28 εκατ. υπό την προϋπόθεση ότι οι οδικές αφίξεις θα μείνουν σταθερές.

Παράλληλα, εφόσον η μέση τουριστική δαπάνη ανακάμψει προς τα επίπεδα του 2015, εκτιμούμε ότι τα συνολικά έσοδα μπορούν να υπερβούν τα μεγέθη εκείνης της χρονιάς, δηλαδή να κινηθούν μεταξύ 14,2 - 14,5 δισ. ευρώ. Εάν επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί, τότε ο τουρισμός μπορεί να συμβάλει ακόμα πιο δυναμικά στην ελληνική οικονομία και να δώσει – τουλάχιστον φέτος- μια επιπλέον μονάδα στο ΑΕΠ της χώρας.

Ο λόγος για τον οποίο ζητούμε επίμονα να κλείσει η αξιολόγηση είναι διττός. Βραχυπρόθεσμα: για να δημιουργήσουμε το απαιτούμενο πλαίσιο ασφάλειας με το οποίο θα μπορέσουμε να μπούμε νωρίς στην προσφορά τουριστικών πακέτων ώστε να προσελκύσουμε μεγαλύτερα και ποιοτικότερα μερίδια από τις αγορές μας. Μεσοπρόθεσμα: για να μπουν τα θεμέλια ώστε Κυβέρνηση και δανειστές να αναθεωρήσουν την τακτική της υπερφορολόγησης, μειώνοντας τους συντελεστές σε ανταγωνιστικά επίπεδα.

Από το 2008 μέχρι σήμερα οι επιχειρηματίες του τουρισμού έχουν ζήσει πλείστες αλλαγές στο ΦΠΑ, με τελευταία την αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά. Ποιες αναμένετε να είναι οι επιπτώσεις σε πραγματικούς αριθμούς από αυτού του είδους την φορολόγηση και  πώς σχολιάζετε την τοποθέτηση του γ.γ. του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού Τ. Ριφάι για τη φορολόγηση του τουρισμού;
Ο τουρισμός είναι μια εξαγωγική δραστηριότητα. Το τουριστικό προϊόν όμως, σε αντίθεση με τις εξαγωγές, καταναλώνεται εντός της χώρας που το παρέχει, επομένως είναι το μόνο εξαγόμενο προϊόν που υπόκειται σε επιβολή ΦΠΑ. Αυτή η ιδιαιτερότητα κάνει όλες τις ανταγωνίστριες μας χώρες ιδιαίτερα προσεκτικές στο ύψος του ΦΠΑ που επιβάλλουν στην διαμονή, την εστίαση και στις άλλες τουριστικές υπηρεσίες.

Δυστυχώς η χώρα μας επιβάλλει εξαιρετικά μη ανταγωνιστικούς συντελεστές ΦΠΑ 13% στη διαμονή και 24% σε εστίαση, μεταφορές κλπ, δηλαδή μέσο όρο 16% -18%, διπλάσιο από τους ανταγωνιστές μας που κινούνται μεταξύ 8% και 10%.

Από την 01.01.2018 επικρέμεται και η επιβολή και νέου τέλους διανυκτέρευσης το οποίο θα επιβαρύνει περεταίρω την ανταγωνιστικότητα του τουρισμού μας. Αυτός είναι ο λόγος που σύσσωμος ο τουριστικός κόσμος ζητά επίμονα την μείωση της φορολογίας. Και προφανώς η μείωση των λειτουργικών δαπανών μιας τουριστικής επιχείρησης, όπως η εξοικονόμηση νερού και ενέργειας δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την αύξηση του ΦΠΑ, όπως προτείνει ο Γ.Γ.    

Δεδομένων των συνθηκών πολλοί αναφέρουν πως δημιουργούνται δύο ταχύτητες στον ελληνικό τουρισμό καθώς και στην ανταγωνιστικότητα τόσο των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων όσο και των περιοχών. Ισχύει κάτι τέτοιο κατά την γνώμη σας, κι αν ναι ,γιατί συμβαίνει και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει;
Αν δεν μειωθεί η υπέρ φορολόγηση σύντομα, είναι βέβαιο ότι θα παγιωθεί η εικόνα που βλέπουμε να διαμορφώνεται μπροστά μας. Δημιουργούνται δύο πραγματικότητες στον ελληνικό τουρισμό και στην ανταγωνιστικότητα τόσο των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων όσο και των περιοχών. Η μια, είναι αυτή των περιοχών και των επιχειρήσεων που προωθούν και διαχειρίζονται ένα επώνυμο (branded) προϊόν, με ολοκληρωμένες εταιρικές διαδικασίες, εξειδικευμένα συστήματα και έντονη εξωστρέφεια. Το πιο ισχυρό και έντονα αναπτυσσόμενο κομμάτι του ελληνικού τουρισμού.

Οι επιχειρήσεις αυτές είναι συνήθως μεγάλες και καλά οργανωμένες, ή είναι μικρές αλλά προσφέρουν διαφοροποιημένες και μοναδικές υπηρεσίες, ενώ οι περιοχές είναι αυτές που έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια υψηλού επιπέδου, εικόνα παγκόσμιου προορισμού.

Η άλλη, είναι αυτή, θα μπορούσαμε να πούμε, της άγνωστης τουριστικά Ελλάδας με την χαμηλή τουριστική περίοδο και τις χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τους αυτοαπασχολούμενους ιδιοκτήτες, τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις,  οι οποίες πασχίζουν χωρίς να προσφέρουν κάποιο επώνυμο προϊόν, με λιγοστά μέσα και σχεδόν καθόλου υποστήριξη, να επιβιώσουν στον αδυσώπητο ανταγωνισμό και στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες επιχειρηματικότητας της χώρας μας.

Αποτελούν το πλειοψηφικό και πιο ευάλωτο κομμάτι του ελληνικού τουρισμού που δεν έχει επαρκή διέξοδο στην διεθνή αγορά και υποφέρει ακόμα πιο πολύ από την πτώση της εσωτερικής κατανάλωσης στο 1/3, λόγω της οικονομικής κρίσης στη χώρα.
Αν δεν ενισχύσουμε ποιοτικά και αναπτυξιακά αυτό το κομμάτι, οδηγούμε τις περιοχές αυτές και την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα σε ραγδαία συρρίκνωση.

Κινδυνεύει να χαθεί η λιγότερο branded αλλά πανέμορφη Ελλάδα, τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των κρυμμένων προορισμών, οι μοναδικές τουριστικές εμπειρίες αλλά και οι χιλιάδες επιχειρήσεις, οι θέσεις εργασίας και η κοινωνική συνοχή, ιδιαίτερα στις περιοχές που ζουν από τον τουρισμό.

Επίσης, με ισοπεδωτικές οριζόντιες ρυθμίσεις, όπως το τέλος διανυκτέρευσης, οξύνεται το πρόβλημα, αφού το μέτρο επιβαρύνει δυσανάλογα τις τιμές, την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και τις άγνωστες περιοχές της Ελλάδας. Το μέτρο αυτό πρέπει άμεσα να φύγει από το τραπέζι και να μην εφαρμοστεί.

Εδώ και πολύ καιρό απασχολεί τους επιχειρηματίες του τουρισμού η εξάπλωση του φαινομένου των μισθώσεων καταλυμάτων. Τώρα πλέον που είδαμε ένα σχετικό νομοσχέδιο, θα ήθελα να σας ρωτήσω, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Κι αν όχι τι αλλαγές πρέπει να γίνουν;
Το φαινόμενο των βραχυχρόνιων μισθώσεων αποτελεί διεθνές φαινόμενο μεγάλων διαστάσεων και τάση της νέας εποχής που κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναγνωρίσει.

Ο ΣΕΤΕ, όπως και οι υπόλοιποι φορείς, εδώ και ενάμιση χρόνο ζητά την συνταγματικά επιβεβλημένη φορολογική και ρυθμιστική συμμετρία με τη βαριά φορολογημένη αγορά κύριων και μη κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων. Το παράδοξο είναι ότι σύμφωνα με μελέτη του ΞΕΕ, το Κράτος χάνει τουλάχιστον 270 εκατ. ευρώ σε φορολογικά έσοδα κατ’ έτος και το νομοσχέδιο δυστυχώς δεν είναι ούτε εφαρμόσιμο ούτε δίκαιο. Δουλεύουμε με τους αρμόδιους φορείς ώστε να βελτιωθεί.