Η αληθινή ιστορία της βύθισης του Φιούμε, ανοιχτά της Ρόδου, με 300 Ιταλούς στρατιώτες!

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1942 στις 12:00 το μεσημέρι, το Ιταλικό οπλιταγωγό FIUME, που εκτελούσε αλλαγή της Ιταλικής φρουράς στη νήσο Σύμη, βυθίστηκε ανοιχτά της Ρόδου από το ελληνικό υποβρύχιο ΝΗΡΕΥΣ, με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Αλ. Ράλλη. Πνίγηκαν και οι 300 επιβαίνοντες Ιταλοί στρατιώτες και αξιωματικοί, καθώς και οι 50 από τους 70 Έλληνες επιβαίνοντες που είχαν προορισμό τα νησιά της Δωδεκανήσου.

Με τα χρόνια η ιστορία από στόμα σε στόμα ειπώθηκε διαφορετικά: ότι οι Γερμανοί έβαλαν στο Φιούμε τους Ιταλούς στρατιώτες για να τους στείλουν στην πατρίδα τους, αλλά το βύθισαν στ΄ ανοιχτά!
Από τους επιζώντες του Φιούμε, ήταν ο Μανόλης Χαραλάμπης, ο καπετάν Μανόλης που σώθηκε λόγω της ψυχραιμίας του και επειδή ήξερε τα νερά της Ρόδου. Ο γιός του, ο πλοίαρχος Νίκος Χαραλάμπης ξεδιπλώνει σήμερα την αληθινή ιστορία του Φιούμε, μέσα από τις αφηγήσεις του πατέρα του.

Πότε χάθηκε το Φιούμε; Τί πλοίο ήταν;
To Φιούμε τορπιλίστηκε το Σεπτέμβριο του 1942, ανοιχτά του Παραδεισίου του χωριού στο οποίο τότε οι Ιταλοί είχαν δώσει το όνομα Βιλανόβα! Ανήκε στην εταιρεία «Adriatika», ιδιοκτησίας του Βατικανού, και ήταν δρομολογημένο από την Ιταλική κυβέρνηση για να εκτελεί πλόες, με έδρα τη Ρόδο στα νησιά της Δωδεκανήσου. Το Φιούμε είχε αντικαταστήσει αδελφό πλοίο, το “Kallithea”, της ίδιας εταιρείας. Μετέφερε επιβάτες και εμπορεύματα. Σ΄ εκείνο το μοιραίο δρομολόγιο όμως μετέφερε 300 Ιταλούς στρατιώτες μεταξύ των οποίων πέντε υψηλόβαθμοι αξιωματικοί, με προορισμό τη Σύμη για την ενίσχυση της εκεί παρουσίας του Ιταλικού στρατού, ενώ μετέφερε και 70 Έλληνες επιβάτες προς τα νησιά της Δωδεκανήσου.

Ο πατέρας σας τί θέση είχε στο πλοίο;
Ο πατέρας μου, ο καπετάνιος Μανόλης Χαραλάμπης στο συγκεκριμένο καράβι το 1942 ήταν υπεύθυνος για τη στοιβασία των φορτίων (Capo Stiva).

O πλοίαρχος Νίκος ΧαραλάμπηςO πλοίαρχος Νίκος Χαραλάμπης

Tί έγινε εκείνο το μεσημέρι που το βύθισαν, ποιες ήταν οι συνθήκες;
Είχε ξεκινήσει από την Κολόνα για να κάνει προγραμματισμένο ταξίδι 30 ωρών. Δεν πρόλαβε, ανοιχτά του Παραδεισίου, ελληνικό υποβρύχιο, το ΝΗΡΕΥΣ με πλωτάρχη το Ράλλη, είχε πληροφορίες από την ελληνική κατασκοπεία ότι με το δρομολόγιο αυτό μεταφέρονταν και Ιταλοί στρατιώτες. Στην πλώρη του εξακολουθούσε να είναι εγκατεστημένο ένα κανονάκι για το οποίο υπήρχαν προτροπές  προς τον εκάστοτε πλοίαρχο του Φιούμε να το αφαιρέσει, για να μη δίνει στόχο.

Ο πατέρας μου έλεγε ότι υπήρχαν προτροπές από τους Συμμάχους να αφαιρεθεί το κανόνι γιατί το πλοίο ήταν επιβατηγό και μετέφερε ανθρώπους. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Επιπλέον οι προηγούμενοι πλοίαρχοι έδιναν παραπλανητικές ώρες αναχώρησής του από τη Ρόδο  ώστε να μην εντοπίζεται από τα ελληνικά υποβρύχια. Το συγκεκριμένο ταξίδι του Φιούμε ήταν το πρώτο με τον συγκεκριμένο πλοίαρχο ο οποίος έδωσε την ακριβή ώρα απόπλου! Να σημειωθεί ότι όλοι οι αξιωματικοί του πλοίου ήταν Ιταλοί όπως και ο πλοίαρχος, ενώ το πλήρωμα, μεταξύ των οποίων ήταν κι ο πατέρας μου, ήταν Έλληνες.

Εκείνη την ημέρα λοιπόν ξεκίνησε την ακριβή ώρα απόπλου!
 Και ανοιχτά του Παραδεισίου το ΝΗΡΕΥΣ εξέπεμψε τορπίλη. Η πρώτη δεν βρήκε το στόχο της. Εξέπεμψε δεύτερη τορπίλη η οποία επίσης δε βρήκε το στόχο. Η τρίτη τορπίλη χτύπησε το πλοίο στη μέση και το έκοψε στα δύο. Ταχύτατα άρχισε να βυθίζεται σχεδόν κατακόρυφα. Οι Ιταλοί στρατιώτες και οι Έλληνες επιβάτες που δεν είχαν την εμπειρία, έπεσαν στη θάλασσα προκειμένου να σωθούν με αποτέλεσμα να τους τραβήξουν τα απόνερα του μισοβυθισθέντος πλοίου.

Χάθηκαν και οι 300 Ιταλοί στρατιώτες και αξιωματικοί καθώς και οι 50 από τους 70 Έλληνες επιβάτες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του πατέρα μου, διασώθηκαν μόνο 20 επιβάτες. Μεταξύ αυτών ήταν και ο 16 χρονος τότε και μετέπειτα ηγούμενος της Μονής Πανορμίτη, ο Γαβριήλ. Επέστρεφε από τη Ρόδο για τη Σύμη, μόλις είχε κάνει εγχείριση, κι ήταν μαζί και η μητέρα του που τον συνόδευε. Εκείνη πνίγηκε… Μόνο πέντε-έξι πτώματα βρέθηκαν μαζί και η μητέρα του. Συγκλονισμένος ο 16χρονος έγινε μοναχός και ύστερα ηγούμενος της Μονής Πανορμίτη.

Ο πατέρας σας πώς τα κατάφερε να ζήσει;
Ο πατέρας μου περίμενε να βυθιστεί το πλοίο ευρισκόμενος στην πλώρη ακριβώς. Έπεσε στη θάλασσα με τη βύθιση του δεύτερου κομματιού. Πρέπει να πέρασε καμιά ώρα για να πέσει, σύμφωνα με την αφήγησή του. Πιάστηκε από ένα μαδέρι που επέπλεε. Στο άλλο άκρο κρατιόταν ο πλοίαρχος. Και τότε έγινε κάτι απίστευτο.

Σηκώθηκαν δύο υδροπλάνα για να δουν τί συνέβη και να διασώσουν κόσμο. Το ένα ενώ βρισκόταν στον αέρα υπέστη βλάβη, κατέπεσε και ένα τμήμα του φτερού του έπεσε πάνω στο μαδέρι, στο σημείο ακριβώς που κρατούσε ο πλοίαρχος τον οποίο και σκότωσε ακαριαία. Στο άλλο σημείο του κρατούσε ο πατέρας μου ο οποίος διεσώθη ως εκ θαύματος. Έγινε περισυλλογή των διασωθέντων από Ιταλικό πολεμικό πλοίο. Τους μετέφεραν στο τελωνείο της Ρόδου. Οι περισσότεροι ήταν Έλληνες μέλη του πληρώματος. Τον πατέρα μου τον περίμενε ο αδελφός του Τάσος Χαραλάμπης (Ο πρίγκιπας). Μέρες μετά ήρθε και βρήκε εμάς, την οικογένειά του στη Σύμη όπου μας είχε μεταφέρει λόγω του πολέμου.

Τι σας είπε για τον τορπιλισμό του Φιούμε;
 Ήταν συγκλονισμένος. Έχω ακόμα την εικόνα του μπροστά μου. Όταν παρήλθε ο χρόνος που θεραπεύονται οι μνήμες κι οι ψυχές, πήρε το καΐκι του θείου μου τον «Τίγρη» και πήγε στην Αστυπάλαια. Ήταν πιο ασφαλές νησί κατά τον πόλεμο, και μας πήρε κι εμάς μαζί του.

Από τον τορπιλισμό του Φιούμε, υπήρξε κάποιο ίχνος ποτέ; Ανασύρθηκε κάτι;
Όχι, ποτέ. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως όταν έγινε η Απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, δόθηκε μία δεξίωση στο ξενοδοχείο των «Ρόδων» στην οποία ήταν τότε και ο θείος μου, Τάσος Χαραλάμπης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, καλεσμένος ήταν και ο κυβερνήτης του ΝΗΡΕΥΣ που βύθισε το Φιούμε.

Πώς πέρασαν τα χρόνια μετά, οι Ιταλοί αναζητούσαν τους δικούς τους ανθρώπους που χάθηκαν;
Οι Ιταλοί αξιωματικοί που ήταν ναυτολογημένοι σε πλοία της “Adriatika” που κατέπλεαν στη Ρόδο, ξανάρχονταν κυρίως τη δεκαετία του ΄60. Πολλοί ήταν πλοίαρχοι που πέρασαν κι από το Φιούμε προ της βύθισής του. Θυμάμαι τον πλοίαρχο Πιλόν που ήταν φιλέλληνας, τον Σαμπραέλο, κι αυτός πλοίαρχος του Φιούμε, αλλά και του Μεσσάπια που ήταν κρουαζιερόπλοιο, του Μπρένερο που ήταν Ρο Ρο, του Αουζόνια και άλλα. Έρχονταν στο σπίτι μας, κι έψαχναν τον πατέρα μου. Σε μία απ΄ αυτές τις συναντήσεις ήμουν παρών. Μιλούσαν Ιταλικά που εγώ δεν ήξερα τότε, αλλά ήταν τόσοι οι εναγκαλισμοί και η εγκαρδιότητα που μπορούσα να καταλάβω.

Μιλούσε ο πατέρας σας αργότερα γι αυτά;
Μου δόθηκε η ευκαιρία κοντά στον πατέρα μου, τον καπετάν Μανόλη, έναν πεπειραμένο και ικανότατο ναυτικό, να διδαχτώ πολλά που δεν γνώριζα για την περιοχή του Δωδεκανησιακού Αρχιπελάγους. Ο πατέρας μου, ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, που άνοιγε πάντα την καρδιά του στο συνάνθρωπο, ψύχραιμος όταν είχε να αντιμετωπίσει τη μανία της θάλασσας, έβγαινε πάντα νικητής. Όμως μέχρι που πέθανε, στο τέλος του Γενάρη του 1977, σε ηλικία 68 ετών, όλα αυτά που μου είπε για το Φιούμε, τα είχε έντονα στη μνήμη του.