Ορίγανον το κοινόν   (Origanum vulgare)

Του Δρ. Ιωάννη Ηλ. Βολανάκη
Εφόρου Αρχαιοτήτων Ε.Τ.

Το Ορίγανον το κοινόν ( Origanum vulgare ) είναι φυτό, το οποίον ανήκει στο γένος Ορίγανον ( Origanum), δικοτυληδόνων φυτών και στην οικογένεια των Χειλανθών  (Labiatae). Το γένος Ορίγανον ( Origanum ) περιλαμβάνει περίπου τριάντα (30) είδη, τα οποία απαντούν ως αυτοφυή στις παραμεσόγειες χώρες, στην Ευρώπη και στις εύκρατες περιοχές της Ασίας.

Στην Ελλάδα απαντούν πέντε αυτοφυή είδη, στα οποία περιλαμβάνεται και το Ορίγανον το κοινόν (Origanum vulgare), το οποίον είναι γνωστό με τα κοινά ονόματα: ρίγανη, αρίγανη, ρί(γ)ανο, αγριορίγανο, αγριορίγανη κλπ.

΄Αλλα είδη, τα οποία απαντούν επίσης στην Ελλάδα, είναι τα εξής :
1) Ορίγανον το ηρακλεωτικόν (Origanum heracleoticum)
2) Ορίγανον το μικρόφυλλον (Origanum microphyllum)
3) Ορίγανον η ονήτις ( Origanum onites)

΄Ετερα είδη του γένους ορίγανον (Origanum), τα οποία απαντούν σε διάφορες χώρες, είναι τα επόμενα:
1) Ορίγανον το αμανόν (Origanum amanum)
2) Ορίγανον το ασβεστώδες ( Origanum calcaratum)
3) Ορίγανον το ομαλόν (Origanum laevigatum)
4) Ορίγανον το λιβανωτικόν (Origanum libanoticum)
5) Ορίγανον το ευειδές (Origanum pulchellum)
6) Ορίγανον το κυκλόφυλλον (Origanum rotundifollium)
7)  Ορίγανον το μάρον (Origanum marum) : Είναι πόα φρυγανώδης, πολύκλαδος, με φύλλα μικρά γλαυκού χρώματος και αρωματικά. Κυρίως φύεται στην Κρήτη, την Κύπρο και την Συρία.
8) Ορίγανον το τουρνεφόρτειον (Origanum tournefortii). Απαντά κυρίως στις νήσους του Αιγαίου Πελάγους και ιδίως στην Αμοργό  και καλείται κοινώς «κεφαλόχορτο».

Το Ορίγανον το κοινόν (Origanum vulgare) είναι φυτό φρυγανώδες, πολυετές, πολύκλαδο, με βλαστούς όρθιους ( ύψους 0,30-0,40 μ.). Τα φύλλα του είναι ωοειδή, ακέραια. Τα άνθη του είναι μικρά, λευκά και σχηματίζουν ταξιανθίες στις άκρες των βλαστών. Τα φύλλα και τα άνθη έχουν οσμή έντονη, ευχάριστη, αρωματική και γεύση ελαφρώς πικρή, που οφείλεται στο αιθέριο έλαιο, το οποίον περιέχουν. Αυτό  περιλαμβάνει κυρίως θυμόλη, καρβακρόλη και άλλα στοιχεία.

Με απόσταξη των φύλλων και των ανθέων της ρίγανης λαμβάνεται 1-3 % ή και περισσότερο αριγανέλαιον ή ριγανόλαδο.

Επίσης η ρίγανη περιλαμβάνει καφεϊκό οξύ, ουρσολικό οξύ, ροσμαρινικό οξύ και άλλα. Η ρίγανη συλλέγεται σε διάφορες εποχές του χρόνου. Αλλά η καταλληλότερη εποχή για την συλλογή, αποξήρανση και φύλαξη  αυτής είναι η περίοδος μετά την άνθηση και όταν αρχίζουν να ωριμάζουν οι καρποί αυτής, διότι τότε έχει περισσότερα αιθέρια έλαια, εντονότερον άρωμα και καλύτερη γεύση. Ξηραίνεται στην σκιά και σε καλά αεριζόμενον χώρον και αποθηκεύεται καταλλήλως, οπωσδήποτε όχι σε πλαστικές σακκούλες, διότι θα μουχλιάσει.
Η ρίγανη φύεται κατά κανόνα σε πετρώδη, ξηρά, άγονα και καλώς ηλιαζόμενα μέρη. Εκτός από την αυτοφυή ρίγανη, σε ορισμένες περιοχές το φυτό αυτό καλλιεργείται, όμως η αυτοφυής ρίγανη είναι ανωτέρας ποιότητας.

Οι άνθρωποι από την απωτάτη αρχαιότητα εγνώριζαν τις αρωματικές και φαρμακευτικές ιδιότητες της ρίγανης και την εχρησιμοποιούσαν αναλόγως.  

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι εγνώριζαν και εχρησιμοποίουν την ρίγανη. Επίσης οι κάτοικοι της μινωϊκής Κρήτης εγνώριζαν και εχρησιμοποίουν αυτήν ευρέως. Στο Ακρωτήρι της Θήρας (Σαντορίνη) ευρέθησαν κατά τις ανασκαφές των τελευταίων ετών κατάλοιπα ρίγανης σε διάφορες τροφές. Την εχρησιμοποίουν ως άρτυμα, καθώς και για την συντήρηση διαφόρων τροφών.

Οι αρχαίοι λαοί της Ανατολής γενικώς, ιδιαίτερα όμως οι ΄Ελληνες και οι Ρωμαίοι, εκτιμούσαν μεγάλως και εχρησιμοποίουν ποικιλοτρόπως την ρίγανη. Ενδεικτικά αναφέρονται τα επόμενα παραδείγματα:

1) Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται: «Και λήψεται ο ιερεύς ξύλον κέδρινον και ύσσωπον και κόκκινον και εμβαλούσιν εις μέσον του κατακαύματος της δαμάλεως». (Αριθμοί ΙΘ΄, 6). Ο Αλεξανδρινός κώδικας (αρχών 4ου αι. μ. Χ.) προσθέτει : « Και ορίγανον».

2) Ο Νίκανδος ο Κολοφώνιος στα «Θηριακά» του αναφέρει : « Οριγανόεις, ο πεποιημένος εξ οριγάνου ή δι΄ οριγάνου». (Νίκανδρος, Θηριακά 50).

3) Ο Επίχαρμος γράφει: « Ορίγανον, το: βοτάνη τις πικράν ή δριμείαν γεύσιν έχουσα, κοινώς ρίγανη. ΄Ησαν δε ταύτης πολλά είδη». (Επίχαρμος, παρά τω Μεγάλω Ετυμολογικώ Λεξικώ, 630, 50).

4) Ο Αριστοφάνης συχνά αναφέρεται στο Ορίγανον. (Αριστοφάνης, Αποσπάσματα 180. Βάτραχοι 603. Εκκλησιάζουσαι 1030).

5) Ο Θεόφραστος, αναφερόμενος στο φυτό «ορίγανος, η», διακρίνει μεταξύ «μέλαινας» και «λευκής», γράφων σχετικά:

«Και της οριγάνου δε η μέλαινα άκαρπος, η δε λευκή κάρπιμος. Και θυμόν το μεν λευκόν το δε μέλαν ευανθές δε σφόδρα. Περί τροπάς γαρ ανθεί θερινάς. Αφ΄ ου και η μέλιττα λαμβάνει το μέλι, και τούτω φασίν οι μελιττουργοί δήλον είναι πότερον ευμελιττούσι ή ου. Καλώς γαρ απανθήσαντος ευμελιττείν. Βλάπτει δε και απόλλυσι την άνθησιν, εάν ύδωρ επιγένηται.

Σπέρμα δε κάρπιμον, η μεν θύμβρα και έτι μάλλον η ορίγανος έχει φανερόν». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 6, 2, 3).

6) Ο ίδιος συγγραφέας αλλαχού αναφέρει:
«Των δε φρυγανικών και ποιωδών πήγανον, ράφανος, ροδωνία, ιωνία, αβρότονον, αμάρακος, έρπυλλος, ορίγανον». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 9, 4).

7) Ο αυτός συγγραφέας αλλού γράφει:
« Διαφύεται δ΄ ουκ εν ίσοις πάντα χρόνοις, αλλά τα μεν θάττον, τα δε βραδύτερα, όσα δυσφυή… σύμβρει δε και ορίγανος εν πλείοσι ή τριάκοντα (ημέραις)». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 7, 1, 3).

8) Ο Διοσκουρίδης αναφερόμενος στη ρίγανη, διακρίνει περισσότερα είδη και γράφει τα εξής:
«Ορίγανος Ηακλεωτική. Οι κονίλην καλούσι. Φύλλα έχει εμφερές υσσώπω, σκιάδιον δ΄ ου τροχοειδές, αλλ΄ ώσπερ διηρημένον και επ΄ άκρων των ράβδων το σπέρμα ου πυκνόν.

΄Εστι δε θερμαντική, όθεν το αφέψημα αυτής συν οίνω ποθέν, αρμόζει θηριοδήκτοις, συν γλυκεί δε και κονία τοις κώνειον ή μηκώνιον, συν οξυμέλιτι δε τοις γύψον ή εφήμερον πεπωκόσι, προς δε τα σπάσματα και ρήγματα και ύδρωπας μετά συκίου βιβρωσκομένη. Ξηρά δε ποθείσα οξυβάφου πλήθος συν μελικράτω μέλανα κατά κοιλίαν άγει, έμμηνά  τε κινεί και βήχας θεραπεύει συν μέλιτι εκγλειχομένη.

Και κνησμούς δε και ψώραν και ίκτερον το αφέψημα αυτής εν λουτρώ ωφελεί. Ο δε χυλός αυτής χλωράς ούσης παρίσθμια και κιονίδας και άφθας θεραπεύει και αίμα διά  ρινών άγει συν ελαίω ιρίνω εγχυματιζόμενος. Συν γάλακτι δε και ωταλγίας παρηγορεί, εμετικόν  τε φάρμακον δι΄ αυτής σκευάζεται και κρομύων και ροός του εί τα όψα, πάντων εν χαλκώ Κυπρίω εν τοις υπό κύνα καύμασιν ηλιασθέντων επί ημέρας τεσσαράκοντα. Υποστρωννυμένη δε η πόα ερπετά διώκει.

Η δε ονήτις καλουμένη λευκοτέρα τοις φύλλοις εστί και μάλλον εοικυία υσσώπω και το σπέρμα, ώσπερ κορύμβους συνεχείς επικειμένους έχει. Δύναται δε τα αυτά τη Ηρακλεωτική, ουχ ούτως μέντοι δραστική καθέστηκεν.

Η δε αγριορίγανος, ην πάνακες ή Ηρακλείαν ή κονίλην καλούσιν, ων έστι και Νίκανδρος ο Κολοφώνιος. ΄Εχει τα μεν φύλλα οριγάνω όμοια, ραβδία δε σπιθαμιαία, λεπτά, εφ΄ ων σκιάδια όμοια ανήθω. ΄Ανθη δε λευκά, ρίζη λεπτή, άχρηστος.

Ιδίως δε βοηθεί θηριοδήκτοις τα φύλλα και τα άνθη συν οίνω πινόμενα.

Τραγορίγανος. Θαμνίσκος εστίν ερπύλλω αγρίω εοικώς τα φύλλα και τα κλωνία. ΄Ηδη μέντοι ευρίσκεταί τις κατά τόπους ευερνεστέρα και πλατύφυλλος, κολλώδης ικανώς. Η δε τις λεπτόκαρφος και λεπτόφυλλος, ην και πράσιον ένιοι καλούσιν. Αρίστη δε η Κιλίκιος και η εν Κω και η εν Χίω και Σμύρνη και Κρήτη.

Θερμαντικαί δε πάσαι και ουρητικαί και ευκοίλιοι πινομένου του αφεψήματος. Υποβιβάζουσι γαρ τα χολώδη. Εύθετοι και σπληνικοίς ποτιζόμεναι μετ΄ όξους και τοις ιξίαν πεπωκόσι μετ΄ οίνου. Και έμμηνα δε άγουσι, βηξί τε και περιπνευμονίαις συν μέλιτι εν εκλεκτώ δίδοται. ΄

Εστι δε το πότημα επιεικές, όθεν τοις ασώδεσι και κακοστομάχοις και οξυεγμιώσι δίδοται και εφ΄ ων άλυσις και ναυτία και θέρμη υποχονδρίων παρακολουθεί. Διαφορεί δε και οιδήματα καταπλασθείσα μετ΄ αλφίτων».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 27-30).

9) Ο αυτός συγγραφέας, αναφερόμενος και στον «οίνον οριγανίτην», γράφει τα επόμενα:
«Οίνος οριγανίτης δι΄ οριγάνου Ηρακλεωτικής σκευάζεται ομοίως τω θυμίτη (οίνω), ποιών προς τα αυτά».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 5, 51).

10) Ο Μέγας Βασίλειος ( περίπου 330-378 μ. Χ.) θεωρεί την ρίγανη ως άριστον αντίδοτον κατά δηλητηρίων και αναφέρει σχετικώς τα εξής: «Χελώνη δε σαρκών εχίδνης εμφορηθείσα, διά της  του οριγάνου αντιπαθείας, φεύγει την βλάβην του ιοβόλου». (Μέγας Βασίλειος, Ομιλίαι εις την Εξαήμερον, Ομιλία Θ΄, 491-492, ΒΕΠΕΣ, τ. 51, Αθήναι 1991, σ. 266).

Η Λαϊκή Ιατρική συχνά αναφέρεται στην ρίγανη και την χρησιμοποιεί σε διάφορες περιπτώσεις ως φάρμακον. Ενδεικτικά αναφέρονται οι επόμενες: 1)  «Περί εις πόνον κεφαλής ……Της κεφαλαργίας τα σημεία είναι τούτα : φριδίον βάρος, οφθαλμών δάκρυα, ρινός έμφραξις και έπαρε ύσοπον και ρίζα αρύγανης, βράσετα με κρασί και ξύδι και μέλι, βάνε τα να πίνει ο ασθενείς και να αλήφι την κεφαλήν του με τούτο».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνο 2001, σ. 52-53).

2) «Εις πόνον στομάχου… Αρίγανην, φλισκούνη, κολιτζάνη ήμερον, λιγότερον από τα άλλα το κολιτζάνη, αυτά κάμε τα σκόνην, βάνε τα εις πάσαν φαγί να τρώγι». (Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 92-93).

3) « Εις φάγουσαν ( η φαγέδαινα) … Φλισκούνη, καλαμήνθι, αρίγανην, πηπέρι αξάγια ( = κόκκους) 2, καρμαμόσπορον, συναπόσπορον και κύπερι, κοπάνησον αυτά, ζήμοσον με το μέλι και βάλε τα εις την πληγήν».  (Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ. α., σ. 122).

Σήμερα η ρίγανη χρησιμοποιείται ευρύτατα, κυρίως ως άρτυμα σε διάφορες σάλτσες, φαγητά, σαλάτες, αλλά και ως αρωματικό και συντηρητικό διαφόρων τροφών.

Από τα εξωτικά είδη γνωστότερον είναι το Ορίγανον το αμάρακον (Origanum majorana). Είναι μικρόν, αρωματικόν φρύγανον, πολυετές, μικρόφυλλον, πολύφυλλον, πολύκλωνον, ιθαγενές της Ανατολής και σχεδόν ολοκλήρου της Ευρώπης. Καλλιεργείται για τα ευώδη φύλλα και άνθη του.  Το φυτό αυτό εκαλλιεργείτο από των αρχαιοτάτων χρόνων και εκαλείτο από τον Θεόφραστον  «Αείφυλλος αμάρακος». 

Σήμερα είναι γνωστό με το κοινό όνομα «Ματζουράνα», το αφέψημα του οποίου είναι πολύ αρωματικό, εύγεστο, μαλακτικό και συνιστάται σε περιπτώσεις διαφόρων παθήσεων ιδία του αναπνευστικού και του πεπτικού συστήματος.     

Η ματζουράνα καλλιεργείται συνήθως σε γλάστρες, αλλά και στους κήπους.  Δι΄ αποστάξεως του φυτού αυτού λαμβάνεται αιθέριον έλαιον, χρήσιμον στην αρωματοποιίαν και την φαρμακευτικήν.

Τα διάφορα είδη του ορίγανου πολλαπλασιάζονται διά σποράς, μοσχευμάτων και παραφυάδων.