Πουνική η ροιά (Punica granatum)

Του Δρ. Ιωάννη Ηλ. Βολανάκη 
Εφόρου Αρχαιοτήτων Ε.Τ.

Η Πουνική η ροιά (Punica granatum) είναι είδος φυτού, το οποίον ανήκει στο γένος Πουνική ( Punica = Φοινικική) ), στην οικογένεια Πουνικίδες ( Punicaceae ) και στην τάξη Μυρτώδη ( Myrtales ).

Το γένος Πουνική ( Punica ) περιλαμβάνει δυο είδη, από τα οποία σπουδαιότερο είναι η Πουνική η ροιά ( Punica granatum ), γνωστή με τα κοινά ονόματα ροδιά, ρογδιά, ροϊδιά και ρωβιά  (Κύπρος). Πρόκειται για φυτό, το οποίον είναι γνωστόν στον άνθρωπον από αρχαιοτάτων χρόνων. Ο Θεόφραστος ο Ερέσιος το ονομάζει «ροιά» ή « «ρόα» και ο Διοσκουρίδης « ρόα « ή «ροά».

Η ροδιά είναι φυτό ιθαγενές της περιοχής, η οποία απλώνεται από την Βαλκανική χερσόνησο έως τα Ιμαλάϊα, από την οποίαν και κατάγεται. Ειδικότερα πιστεύεται, ότι κατάγεται από την περιοχή της ΝΔ. Ανατολίας ή Μικρά Ασίας ( Σίδη Παμφυλίας). Η ονομασία του στην Ανατολία είναι «Side», από την οποία έλαβε και το όνομα η ομώνυμη πόλη, η Σίδη της Μικράς Ασίας ( σημερινής Τουρκίας), η οποία κείται επί της παραλίας της Μεσογείου Θαλάσσης,  νοτιώτερα της Αττάλειας και απέναντι από την Κύπρον.

Σημειωτέον, ότι ο καρπός της ροδιάς, το ρόδι ή ρόγδι από αρχαιοτάτων χρόνων διαχρονικώς και μέχρι σήμερα, σε όλους τους λαούς, τις θρησκείες και πολιτισμούς, που ανεπτύχθησαν περί την Μεσόγειον Θάλασσαν,  θεωρείται σύμβολον γονιμότητας, αφθονίας, ευημερίας και αθανασίας.

Η ρογδιά ήτο γνωστή στην Ελλάδα από την προϊστορική εποχή, τόσον υπό την άγρια, όσον και υπό την ήμερη και καλλιεργούμενη μορφή αυτής. Η καλλιέργειά της είναι αρχαιότερη από εκείνην της αμυγδαλιάς και της βερικοκιάς και σύγχρονη με την καλλιέργεια της ελιάς ( Olea europea, Olea sativa – Olea sylvestris), της αμπέλου ( Vitis vinefera ) και της συκιάς ( Ficus carica). Σημειωτέον, ότι χωρίς την ύπαρξη των τριών αυτών φυτών (ελιάς, αμπέλου και συκιάς), καθώς και των δημητριακών, καθώς και των εξ αυτών παραγομένων προϊόντων, όχι μόνον δεν θα ήτο δυνατή η ανάπτυξη υψηλών πολιτισμών γύρω από την  Μεσόγειον Θάλασσα, από την αρχαιότητα έως και σήμερα, αλλά και αυτή ακόμη η ζωή των ανθρώπων θα αντιμετώπιζε πολλές και μεγάλες δυσκολίες.

Η ροδιά είναι φυτό φυλλοβόλο, θάμνος ή δένδρο ( ύψους 2,00 – 5,00 μ. περίπου), το οποίο φέρει λίγα αγκάθια στους βλαστούς και στους κλάδους. Τα φύλλα του είναι αντίθετα, προμήκη ή οδοντωτά, αμβλέα, ακέραια, λεία και στίλβοντα, συγκεντρωμένα ως επί το πλείστον κατά δέσμες σε βραχυκλάδια, εύπτωτα, χωρίς παράφυλλα.
Τα άνθη της ροδιάς είναι μεγάλα, ωραία, ζωηρού πορτοκαλέρυθρου χρώματος, ακτινωτά, επιφυή, μονήρη, ανά 2-3 στην κορυφή των κλάδων. Ο κάλυκας του άνθους είναι ερυθρός, σαρκώδης, περιβάλλων διά του σωλήνα την ωοθήκη, με 5-7 λοβούς, οι οποίοι παραμένουν μόνιμα στον καρπόν. Φέρει 5-7 πέταλα, τα οποία φύονται από του ανοίγματος του κάλυκα και μεταξύ των λοβών αυτού. Οι στήμονες είναι πολυάριθμοι.

Η ωοθήκη είναι περιφυής, με πλείστους χώρους στους δύο επικειμένους ορόφους, η οποία δίδει κατά την ωρίμανση τον καρπόν «σίδιον», ήτοι μηλόμορφο, σφαιρική ράγα ομφαλοφόρο ( διαμ. 0,06-0,10 μ. περίπου), με περικάρπιο ξηρό, δερματώδες, κιτρινέρυθρο, ερυθρό ή καστανέρυθρο, το οποίο περικλείει πολυάριθμους χώρους, που χωρίζονται  με μεμβρανώδη, κιτρίνου χρώματος διαφράγματα, πλήρεις λευκών σπερμάτων, περιβαλλομένων υπό διαυγούς, χυμώδους, ερυθρού, ροδίνου ή λευκοροδίνου, πολυεδρικού περιβλήματος.

Η ροδιά είναι είδος πολύτιμο, ως καρποφόρο, φαρμακευτικό, κοσμητικό και ποικίλως χρήσιμο δένδρον.

Στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται αναφορά στην ροιά και τους καρπούς αυτής. Ενδεικτικά παρατίθενται τα επόμενα παραδείγματα:

1) Αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι η αρχιερατική στολή του Ααρών, του αδελφού του Μωυσέως, αλλά και των διαδόχων αυτού Αρχιερέων έφερε ροίσκους, σύμβολα γονιμότητας, ευφορίας και ευτυχίας.
«Και ποιήσεις επί τω λώμα (το κράσπεδον, την ώαν) του υποδύτου κάτωθεν, ωσεί εξανθούσης ρόας ροίσκους εξ υακίνθου και πορφύρας και κοκκίνου διανενησμένου και βύσσου κεκλωσμένης επί του λώματος του υποδύτου κύκλω. Το αυτό είδος ροίσκους χρυσούς και κώδωνας αναμέσον τούτων περικύκλω».
(΄Εξοδος ΚΗ΄, 29).

2) « Παρά ροίσκον χρυσούν κώδωνα άνθινον επί του λώματος του υποδύτου κύκλω».
(΄Εξοδος ΚΗ΄, 30).

3) « Και ήλθοσαν έως Φάραγγος βότρυος..και έκοψαν εκείθεν κλήμα και βότρυν σταφυλής…και από των ροών και από των συκών».
Αριθμοί ΙΓ΄, 24).

Στην αρχαία Ελληνική Γραμματεία υπάρχουν συχνές αναφορές στην ροδιά και τους καρπούς της. Ενδεικτικά αναφέρονται τα επόμενα παραδείγματα:

1) Ο ΄Ομηρος αναφέρει στην Οδύσσεια, ότι η ροιά εκαλλιεργείτο, μαζί με άλλα οπωροφόρα δένδρα, στους κήπους του ανακτόρου του βασιλέως των Φαιάκων Αλκίνοου και γράφει τα ακόλουθα:
«΄Ενθα δε δένδρεα μακρά πεφύκασι τηλεθόωντα,
όγχναι και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι,
 συκέαι τε γλυκεραί και ελαίαι τηλεθόωσαι».
(΄Ομηρος, Οδύσσεια η, 114-116).

2) Επίσης ο ΄Ομηρος αναφέρει αλλαχού :
«Και μην Τάνταλον εσείδον χαλέπ’ άλγε’  έχοντα,
………………………………………………..
δένδρεα δ΄ υψιπέταλα κατά κρήθεν χέε καρπόν,
όγχναι και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι».
(΄Ομηρος, Οδύσσεια λ, 582 και 588-589).

3) Ο ιστορικός Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, αναφερόμενος  στην «ροιά», γράφει τα εξής:
«Ορμημένου Δαρείου ροιάς τρώγειν, ως άνοιξε τάχιστα την πρώτην των ροιέων, είρετο αυτός ο αδελφός Αρτάβανος, ο τι βούλοιτο αν οι τοσούτον πλήθος γενέσθαι, όσοι εν τη ροιή κόκκοι».
  (Ηρόδοτος, Ιστοριών Δ, 143, 2).

4) Ο Θεόφραστος Μελάντα, ο Ερέσιος ( 372-287 π. Χ.), μεταξύ άλλων, αναφέρει και τα εξής:
«Ου μονοστέλεχες δ΄ αν δόξειεν, ουδ΄ η μηλέα, ουδ΄ η ροιά, ούδ΄ η άπιος είναι, ουδ΄ όλως όσα παραβλαστικά από των ριζών, αλλά τη αγωγή τοιαύτα προαιρουμένων των άλλων».
    (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 3, 3).

5) Ο αυτός Θεόφραστος αλλαχού γράφει: «Διαφέρουσι δε και ταις ρίζαις. Τα μεν γαρ πολύρριζα και μακρόρριζα,… Τα δε ολιγόρριζα, καθάπερ ροιά, μηλέα».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 6, 3).

6) Και αλλού αναφέρει: «΄Εστι μεν ουν τα μεν ως εις μήκος αυξητικά, μάλιστ΄ ή μόνον…, τα δε πολύκλαδα και μείζω τον όγκον έχει τον άνω, καθάπερ ρόα».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 9, 1).

 7) «Την δε μακροβιότητα μαρτυρούσιν επί γέ τινων και ημέρων και αγρίων… βραχύβια δε και τα τοιαύτα ομολογουμένως, οίον ροιά, συκή, μηλέα και τούτων η ηρινή μάλλον και η γλυκεία της οξείας, ώσπερ των ροών η απύρρηνος».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 4, 13, 2).

 8) Ο Διοσκουρίδης ο Πεδάνιος ή Αναζαρβεύς ( 7-78 μ. Χ.),  αναφέρει σχετικώς τα επόμενα:
«Ρόα πάσα εύχυλος, ευστόμαχος, άτροφος. Τούτων μέντοι η γλυκεία ευστομωτέρα, θερμασίαν ποσήν εγγεννώσα περί στόμαχον και πνευματούσα, όθεν εστίν  επί των πυρεσσόντων άθετος. Η δε οξεία καυσουμένω στομάχω βοηθεί και έστιν ουρητική, άστομος δε και στυπτική. Η δε οινώδης μέσην έχει δύναμιν.

Της δε οξείας ο πυρήν ξηρανθείς εν ηλίω και επιπαττόμενος προσοψήμασι και συνεψόμενος κοιλίαν και στόμαχον ρεύμα ίστησιν, αποβραχείς δε εν ομβρίω ύδατι αιμοπτυικούς ωφελεί πινόμενος και εις εγκάθισμα δυσεντερικών και ροϊκών αρμόζει. Εύχρηστον δε το απόθλιμμα των πυρήνων εψηθέν και μιγέν μέλιτι προς τε τα εν στόματι και αιδοίω και έδρα έλκη και πτερύγια τα εν δακτύλοις, νομάς τε και υπεροχάς και ωταλγίας και τα εν μυκτήρσι και μάλιστα της οξείας.

Τα δε άνθη αυτής, α και κύτινοι καλούνται και αυτά στυπτικά και ξηραντικά και κατασταλτικά και εναίμων κολλητικά, αρμόζοντα προς και η ρόα. Το δε αφέψημα  αυτών ούλων πλαδώντων και οδόντων σειομένων διάκλυσμα, ανακόλλημά τε εντεροκηλικοίς εν καταπλάσματι. Ιστορούσι δε τινες ανοφθαλμιάτους παρ΄ όλον το έτος γίνεσθαι τους καταπιόντας υγιείς τρεις κυτίνους ως ότι ελαχίστους. Χυλίζονται δε ως η υποκιστίς.
Και τα λέπη δε της ρόας, α τινες σίδια καλούσι, στυπτικήν έχοντα και αυτά την δύναμιν, προς όσα  και οι κύτινοι αρμόζει. Το δε αφέψημα των ριζών έλμεις  τας πλατείας ποθέν εκτινάσσει και αποκτείνει».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 1, 110).

 9) Ο αυτός συγγραφέας αναφέρει επίσης τα επόμενα:
«Βαλαύστιόν εστιν άνθος αγρίας ρόας. Είδη  δε εστιν αυτού πλείονα. Ευρίσκεται γαρ και λευκόν και πυρρόν και ροδόχρουν. ΄Εοικε δε κυτίνων ρόας. Χυλίζεται δε ως και η υποκιστίς. Δύναμιν δε έχει στυπτικήν, ποιούσαν προς α και η υποκιστίς και ο κύτινος».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 1,  111).

Ο καρπός της ροιάς ή ροδιάς, το ρόδι, με τα πολυάριθμα σπέρματα, τα οποία εντός αυτού περικλείει, ήτο από τα πανάρχαια χρόνια και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να θεωρείται, σύμβολο της ζωής, της γονιμότητας και της αθανασίας, ως και ανωτέρω ανεφέρθη.

10) Οι αρχαίοι ΄Ελληνες συνέδεαν το ρόδι με την θεά ΄Ηρα, η οποία ήτο η προστάτιδα του γάμου, της γέννησης και της οικογενείας γενικότερα. Στο Ιερόν της ΄Ηρας στο ΄Αργος εθαύμασε ο Παυσανίας ( 2ος αι. μ. Χ.) το χρυσελεφάντινον άγαλμα της θεάς, η οποία παρίστατο να κρατεί στο ένα της χέρι ένα ρόδι.
(Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, 2, 19, 3).

Το ότι το ρόδι εθεωρείτο σύμβολο της γονιμότητας, συνάγεται και από τον μύθο, σύμφωνα με τον οποίον η Περσεφόνη, η κόρη της θεάς Δήμητρας, αφού έφαγε ρόδι, την απήγαγε ο Πλούτων, ο θεός του Κάτω Κόσμου και την μετέφερε στο Βασίλειό του. Επίσης το ρόδι συνεδέετο με την θεά Αφροδίτη και την Αθηνά.

Η Λαϊκή Ιατρική συνιστά συχνά το ρόδι ως φάρμακο. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα παραδείγματα:
1) «Εις ξεστραμπούλισμα φόλισις.
Μαστίχην, λιβάνη, τριμηντίνα, ρόγδι, μάρμαρον κοπάνησον,… κάμε τα έμπλαστρον, βάλε τα απάνο».
(Ν. Ε, Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα, Ρέθυμνο 2001, σ. 121).

2) « Εις εσοχάδες και εξοχάδες.
… εάν δε και τρέχει αίμα πολί, σχύνου φύλλο και ρογδίου, κικίδια, ρόδα ψεκτά, τα πάντα κοπάνησον και βάλε κρασί και ξύδι να βράσι καλλά και πύριαζε μετά σπόγγου καλλά».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ.α., σ. 130).

3) « Εις άνθρωπον οπού ξερνά πολλά
… Ρόγδιον όξινον κοπάνησον και τον ζομόν ας πείνη ( ο ασθενής)».
(Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, έ. α., σ. 138-139).

Ο φλοιός της ρίζας της δασικής ροιάς ξηραίνεται στον αέρα και υπό σκιάν και χρησιμοποιείται στην φαρμακευτική. Από αυτόν κατασκευάζεται δρόγη, η οποία χορηγείται διά την καταπολέμηση των ελμίνθων και της ταινίας.

Τα άνθη της ροιάς και ο φλοιός των καρπών αυτής ξηραίνονται στον αέρα και υπό σκιάν και από αυτά παρασκευάζεται τσάϊ, το οποίον θεωρείται στυπτικό και χορηγείται σε περίπτωση ευκοιλιότητας.

Ο φλοιός των καρπών της ροιάς χρησιμοποιείται στη βαφική. Δίδει ένα λαμπρό, κίτρινο, χρυσίζον χρώμα, το οποίον παραμένει ανεξίτηλον.

Πουνική η ροιά, ποικιλία νανώδης  (Punica granatum, var. nana)
Η Πουνική ροιά ( Punica granatum ) απαντά και υπό νανώδη μορφήν, το ύψος της οποίας δεν υπερβαίνει τα 2,00 μ. Ο Σουηδός βοτανολόγος Κάρολος Λινναίος ( 1707-1778 μ. X.) εθεώρησε αυτήν ως ίδιον είδος και την ονόμασε :  «Πουνική ροιά, ποικιλία νανώδης ( Punica granatum, var. nana)».