Ο υπερήφανος Έλληνας της διασποράς που εμπιστεύτηκαν Ομπάμα και Τραμπ

Γράφει ο
Σπύρος Πιστικός

Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες χημικών στον κόσμο
Η φράση «όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, Έλληνα θα βρεις από κάτω» δε βγήκε τυχαία. Σε κάθε γωνιά του πλανήτη βρίσκει κανείς ομογενείς συμπατριώτες μας, που έχουν προκόψει και είναι επιτυχημένοι σε αυτό με το οποίο καταπιάνονται. Ίσως κανένας όμως δεν είμαι πιο επιτυχημένος από τον Άντριου Λιβέρη, έστω κι αν στην Ελλάδα το όνομα αυτό δε μας λέει και πολλά. Ευκαιρία να τον γνωρίσουμε.

O... υπερδραστήριος επιχειρηματικά Άντριου Λιβέρης έχει συνδεθεί άρρηκτα με την πολυεθνική The Dow Chemical Company, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής χημικών και πλαστικών στον κόσμο, της οποίας μέχρι πρόσφατα ήταν διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος. Όχι, δεν ήταν μία θέση που κληρονόμησε από τον πλούσιο μπαμπά του. Η πορεία του ξεκίνησε από πολύ πιο ταπεινές καταβολές.

Από το Ντάργουιν στο Μπρισμπέιν
Για να πιάσουμε το νήμα της ιστορίας από την αρχή θα πρέπει να πάμε πίσω στο 1915, όταν ο Έλληνας παππούς του Άντριου Λιβέρη έφτασε με ένα εμπορικό πλοίο στο Ντάργουιν της Αυστραλίας και εγκαταστάθηκε εκεί. Εκεί γεννήθηκε τον Μάιο του 1954 ο Άντριου Λιβέρης. Τα παιδικά του χρόνια στο Ντάργουιν, όπως δήλωσε αργότερα στη διάρκεια μίας επίσκεψής του στην Αυστραλία, του έμαθαν πολλά πράγματα, καθώς έπαιζε στον δρόμο με παιδιά από διαφορετικές φυλές και διαφορετικές κουλτούρες, ενώ ως παιδί Ελλήνων μεταναστών «μπορούσα να περπατάω πάνω στη γραμμή ανάμεσα στο να είμαι Αγγλοσάξονας στο σχολείο και Έλληνας στο σπίτι».
«Είχα πολλούς Κινέζους φίλους, Αβορίγινες φίλους, μιγάδες φίλους, και νομίζω ότι αυτό πραγματικά με βοήθησε στη ζωή μου. Ήμουν πάντα ανοιχτός σε όλη μου τη ζωή, δεν κατάλαβα ποτέ τους διαχωρισμούς με βάση το χρώμα του δέρματος και όλες αυτές τις ανοησίες», είχε πει επίσης.

Ο θάνατος του πατέρα του όταν ο ίδιος ήταν 15 ετών ήταν ένα γεγονός που τον στιγμάτισε. Ένα άλλο γεγονός που τον σημάδεψε ήταν ο κυκλώνας Τρέισι, που χτύπησε με μανία το Ντάργουιν την παραμονή των Χριστουγέννων του 1974. Ο θείος του, Λες Λιβέρης, που στο μεταξύ είχε εξελιχθεί σε μέντορά του μετά τον θάνατο του πατέρα του, πήρε μαζί του την οικογένεια στην πόλη του Μπρισμπέιν, όπου ο Άντριου Λιβέρης σπούδασε με κρατική υποτροφία Χημική Μηχανική στο πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ.

Η πορεία προς την κορυφή
Το 1976 ο 22χρονος τότε Άντριου Λιβέρης έπιασε δουλειά στα γραφεία της Dow στη Μελβούρνη. Τότε προφανώς δεν είχε ιδέα για το τι θα ακολουθούσε και για το ότι θα περνούσε μια ολόκληρη ζωή σε αυτήν την εταιρεία... Με τη σκληρή δουλειά και τις ικανότητές του, άρχισε να παίρνει σύντομα τη μία προαγωγή μετά την άλλη. Ο ίδιος ονειρευόταν πως μια μέρα θα έφτανε να γίνει διευθυντής του παραρτήματος της Dow στην Αυστραλία, όμως η μοίρα είχε άλλα, μεγαλύτερα σχέδια γι’ αυτόν. Η εταιρεία τον έστειλε στο Χονγκ Κονγκ, σε μία αποστολή που νόμιζε ότι θα ήταν προσωρινή, αλλά τελικά κράτησε 14 ολόκληρα χρόνια. Η επόμενη προαγωγή του ήταν και η σημαντικότερη: στα κεντρικά της Dow, στο Μίσιγκαν των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκεί η ταχύτατη εξέλιξή του συνεχίστηκε, με αποκορύφωμα την ομόφωνη εκλογή του στη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας, τον Νοέμβριο του 2004.

Έχοντας πλέον πιάσει «ταβάνι» (το 2006 έγινε και πρόεδρος της εταιρείας), ο Άντριου Λιβέρης έθεσε σε λειτουργία το πλάνο του για τον μετασχηματισμό της Dow Chemical, υλοποιώντας μία νέα στρατηγική που βασίστηκε στην ενίσχυση των δυνατών στοιχείων της Dow, που ήταν η παροχή «ακριβών» κατά παραγγελία χημικών προϊόντων, πλαστικών και εξελιγμένων υλικών και στη μείωση της έκθεσής της στην αγορά των πιο φθηνών χημικών και πλαστικών, όπου ο ανταγωνισμός ειδικά από τη Μέση Ανατολή και την Κίνα γινόταν όλο και πιο σκληρός.

Ίσως η σημαντικότερη κίνησή του ως CEO της εταιρείας ήταν η εξαγορά της Rohm and Haas, το καλοκαίρι του 2008, έναντι 16,2 δισ. δολαρίων. Η εταιρεία αυτή είχε σημαντική τεχνογνωσία σε μία σειρά από χημικά προϊόντα υψηλής αξίας, και βοήθησε την Dow να ενισχύσει τη θέση της στην αγορά αυτή.
Επί των ημερών του η Dow αναπτύχθηκε περαιτέρω, ενώ κατάφερε να ξεπεράσει και τον σκόπελο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, στη διάρκεια της οποίας κατάφερε να συνεχίσει τη διανομή μερίσματος στους μετόχους της, έστω και μειωμένου λόγω των συνθηκών. Τον Αύγουστο του 2017 συγχωνεύθηκε με τον κολοσσό DuPont, σχηματίζοντας τη μεγαλύτερη εταιρεία χημικών στον κόσμο, σε επίπεδο πωλήσεων, την DowDuPont. 

Το 2011 ο Άντριου Λιβέρης διορίστηκε συμπρόεδρος μίας συμβουλευτικής ομάδας την οποία δημιούργησε ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα για τη βελτίωση του τομέα μεταποίησης των ΗΠΑ, ενώ και ο διάδοχος του Ομπάμα, Ντόναλντ Τραμπ, τον έθεσε επικεφαλής του Αμερικανικού Συμβουλίου Μεταποίησης.
Τον περασμένο Απρίλιο έκλεισε ένας μεγάλος κύκλος για τον Ελληνοαυστραλό μάνατζερ, ο οποίος παραιτήθηκε από το πόστο του προέδρου της DowDuPont, ενώ την 1η Ιουλίου του 2018 θα αποσυρθεί και από το διοικητικό της συμβούλιο, μετά από 42 χρόνια στην υπηρεσία της εταιρείας.

Ένας υπερήφανος Έλληνας
Σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στη διεθνή έκδοση της Huffington Post τον Νοέμβριο του 2014, ο Άντριου Λιβέρης είχε αναφερθεί στην ελληνική του καταγωγή, μιλώντας με τα θερμότερα λόγια για την Ελλάδα.
«Είμαι ένας υπερήφανος Έλληνας. Αν και δε γεννήθηκα στις όχθες του Αιγαίου ή στις ακτές της Μεσογείου, έρχομαι από μία χώρα που απολαμβάνει τις παραλίες της και τρώει το κρέας της σε καλαμάκι – αυτή η χώρα είναι η Αυστραλία», έγραφε στο εν λόγω άρθρο, προσθέτοντας: «Υπάρχουν εκατομμύρια Έλληνες σαν εμένα σε όλο τον κόσμο, γεννημένοι στο εξωτερικό αλλά με δεσμούς στην πατρίδα μας. Μεγαλώσαμε ακούγοντας ιστορίες από τους γονείς μας και τους παππούδες μας για τους ήρωες και την ιστορία μας. Και όποια κι αν είναι η κληρονομιά μας, η προφορά μας ή η διεύθυνσή μας, νιώθουμε μία ξεχωριστή σύνδεση με την Ελλάδα».

Στο ίδιο άρθρο αναφερόταν στην εμπλοκή του στο The Hellenic Initiative, μία πρωτοβουλία Ελλήνων της διασποράς για να βοηθήσουν την Ελλάδα της κρίσης να ορθοποδήσει:
«Μαζί μπορούμε να ανοικοδομήσουμε ένα έθνος όπου ο φόβος και η αβεβαιότητα δεν θα καθορίζουν πια την ελληνική οικονομία, όπου οι νέες επιχειρήσεις θα μπορούν να αναπτυχθούν, να ακμάσουν και να δημιουργήσουν καλές θέσεις εργασίας και πάλι, όπου οι νέοι Έλληνες θα δουν και πάλι τις καλύτερες ευκαιρίες τους να εμφανίζονται στην πατρίδα. Μαζί μπορούμε να επαναφέρουμε τη θέση της Ελλάδας στην ανθρώπινη ιστορία. Μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι όταν ο κόσμος σκέφτεται την Ελλάδα, δεν θα σκέφτεται τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά τα 2.500 χρόνια πολιτισμού».