Το σπάνιο άρωμα της κοινής ανάμνησης

Το να επιχειρήσω να αφιερώσω λίγες γραμμές στον Γιώργο Τσοπανάκη, μοιάζει με μία προσπάθεια να αποτυπώσω την εικόνα ενός λουλουδιού που δεν έχω δει, με μοναδικό οδηγό για το χέρι που κρατάει το μολύβι το, φυλαγμένο ευλαβικά σε ακριβά «μπουκαλάκια» μνήμης, άρωμά του. 

Ξέρεις εκ των προτέρων πως η εικόνα δεν θα αποδοθεί πιστά. Έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσες, μέσα από το πρίσμα της υποκειμενικότητάς σου. Τι σου απομένει; 

Να ανοίξεις τα «μπουκαλάκια» της μνήμης των πολλών, να μυρίσεις το φυλαγμένο άρωμά τους και να προσπαθήσεις να μεταφέρεις στο χαρτί, την εικόνα που σχηματίζεται στο μυαλό σου. 

Το πρώτο «μπουκαλάκι» άνοιξε. Μετά το δεύτερο, στη συνέχεια το τρίτο, το τέταρτο, το πέμπτο και πάει λέγοντας. Δεκάδες τα «μπουκαλάκια» και πάντα η ίδια εκπληκτική διαπίστωση. Το άρωμα είναι ιδανικά έντονο, υπέροχο και… ολόιδιο!  
 


Σπάνια θυμούνται έναν άνθρωπο με τρόπο που ακυρώνει, με τρόπο ισοπεδωτικά θετικό,  την υποκειμενικότητα της κρίσης εκείνων που τον έζησαν.  Ο Γιώργος Τσοπανάκης το μπόρεσε.  Άρθηκε πάνω από αυτή. 

Δεν είναι τυχαίο πως τις ωραιότερες ιστορίες και τις πιο γλυκές περιγραφές των πτυχών της προσωπικότητάς του τις παρουσιάζουν άνθρωποι, με τους οποίους τον χώριζαν ιδεολογικές διαφορές, είτε στο πεδίο της πολιτικής, είτε του ποδοσφαίρου. Διαφορές, τις οποίες οι πάντες μνημονεύουν απλά ως το «αλατοπίπερο» που έκανε την κοινή διαδρομή, μικρότερη ή μεγαλύτερη, πιο «νόστιμη». 

Για όλους, για τους ομοϊδεάτες και τους «αντιπάλους» του, για την οικογένειά του, για τους φίλους του,  για τους συνεργάτες του, για τους εργαζόμενούς του, ήταν απλά ο Γιώργος. Ο δικός τους Γιώργος. 

Τολμώ να πω πως μέσα από τα δικά τους μάτια είναι που τον γνώρισα. Κι αν αισθάνομαι τυχερός γι’ αυτό, άλλο τόσο άτυχος νιώθω που δεν τον έζησα.