Η συμβολή του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου στην 70χρονη μεταπελευθερωτική πορεία  των παραγωγικών και κοινωνικών τάξεων

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

B' ΜΕΡΟΣ

Το 1980, το κεντρικότερο πρόβλημα που απασχόλησε το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου και το οποίο κινδύνευσε να “ταρακουνήσει” απότομα το Δωδεκανησιακό οικονομικό-κοινωνικό οικοδόμημα, ήταν η αρχή της εφαρμογής των Συμφωνιών Ένταξης της Ελλάδας στις Eυρωπαϊκές Κοινότητες από 1.1.1981 και οι επιπτώσεις τους πάνω στην Οικονομία της Δωδεκανήσου.

Χωρίς κανένα ενδοιασμό χαιρετίστηκε με αισιοδοξία η Ένταξη της Χώρας στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά παρέμενε σε εκκρεμότητα η τύχη του τοπικού δασμολογικού καθεστώτος. Ωστόσο, με τους κατάλληλους χειρισμούς και ύστερα από σειρά διαβημάτων εκ μέρους του Επιμελητηρίου και του Εμπορικού Συλλόγου Ρόδου, ναι μεν επεκτάθηκε από 1ης Ιουλίου 1980 το δασμολογικό καθεστώς της υπόλοιπης Ελλάδας, αλλά μόνο ως προς το δασμολογικό σκέλος. Παρέμεινε αμετάβλητο το φορολογικό, μέχρι της εφαρμογής του φόρου προστιθέμενης αξίας, του οποίου η εφαρμογή άρχισε, ύστερα από δύο αναβολές, από 1.1.1987.

Από 1ης Ιανουαρίου του 1981 που τέθηκαν σε εφαρμογή οι Συμφωνίες της Χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, το Επιμελητήριο σε στενή συνεργασία με τον Εμπορικό Σύλλογο, αλλά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, βρισκόταν συνέχεια σε επαγρύπνηση.

Απηχώντας και την Πανδωδεκανησιακή επιθυμία, ως και την πραγματική τοπική οικονομικο-κοινωνική ανάγκη, προσπάθησε από την πρώτη στιγμή, και με δεδομένο ότι η Ένταξη τόσο από οικονομικής, όσο και από πολιτικής άποψης ωφελεί τη χώρα μας, να μεταδώσει, όμως, την ανυποχώρητη μελετημένη άποψη ότι, η πρόοδος που πραγματοποιήθηκε στα 40 χρόνια, που είχαν προηγηθεί στο Δωδεκανησιακό σύμπλεγμα, από την Απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, επιβαλλόταν να σταθεροποιηθεί ακόμη περισσότερο και για κανένα απολύτως λόγο να μην διαταραχθεί.

Η προϋπάρχουσα δημοσιονομική στα Δωδεκάνησα
Το χρονικό διάστημα που άρχισαν να προχωρούν όλα τα προπαρασκευαστικά για την καθιέρωση του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) στη χώρα μας και φυσικά και στη Δωδεκάνησο και μετά τη συνταξιοδότηση του Διευθυντή του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου Μιλτιάδη Λογοθέτη, αρχές της δεκαετίας του 1980, κατέλαβα εγώ τη θέση του και κατά κοινή διαπίστωση ασχολήθηκα με πραγματικό ενδιαφέρον να δοθεί η σωστή - δίκαιη λύση στο τρέχον θέμα.

Έτσι, παρακολουθούσα το θέμα και με την Πανεπιστημιακή μου Μόρφωση και τη διαμορφωθείσα άποψη διαπίστωσα ότι, έπρεπε να καθιερωθούν στη Δωδεκάνησο μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ, από εκείνους της υπόλοιπης χώρας, παρά τις επίμονες αντιρρήσεις του τότε Υπουργού Οικονομικών, Δημ. Τσοβόλα.

Παράπλευρα παραθέτω σχετικό έγγραφο του Απριλίου του 1983, που λανθασμένα απαντούσε το Υπουργείο Οικονομικών ότι, “...σύμφωνα με τη Συνθήκη προσχώρησης της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και την Έκτη Κατευθυντήρια Οδηγία (77/388) του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεν έχουμε τη δυνατότητα να καθιερώσουμε ειδικούς μειωμένους συντελεστές, ΦΠΑ Περιφέρεια”.

Εγώ, όμως, εν τω μεταξύ σε δημοσίευμά μου αρχές του 1983 ανάφερα: “...ότι ο ΦΠΑ όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλες τις χώρες, που καθιερώθηκε εφαρμογή του ελήφθη υπόψη το προϋπάρχον φορολογικό και γενικά οικονομικό σύστημα στο ύψος των έμμεσων φόρων.

Κι επειδή στη Δωδεκάνησο για την εισαγωγή διαφόρων εμπορευμάτων και αγαθών ή και κατά την άσκηση διαφόρων δραστηριοτήτων ορισμένοι έμμεσοι δεν ίσχυαν ή ήσαν μειωμένοι σε σύγκριση με τη λοιπή Επικράτεια, οποιαδήποτε προσαρμογή με τους γενικούς συντελεστές που θα επιβάλλονταν στα Δωδεκάνησα θα σήμαινε επιβολή νέων φόρων. Γεγονός που αποκλείστηκε ρητά με επίσημες κυβερνητικές δηλώσεις. (Δηλώσεις υφυπουργών Οικονομικών Π. Μποκοβού και Π. Ρουμελιώτη, το Φεβρουάριο του 1979 και τον Απρίλιο του 1983 αντίστοιχα).

Ο Π. Μποκοβός ανέφερε:
“... H τίμια και εκπεφρασμένη άποψη της Κυβερνήσεως είναι ότι ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, αντικαθιστώντας τους έμμεσους φόρους, όλους ει δυνατόν, ή όλους πλην ελαχίστων, να αποδώσει στο Δημόσιο, ό,τι αποδίδουν σήμερα οι έμμεσοι φόροι, θα πρέπει οι συντελεστές να υπολογιστούν  σε τέτοια ύψη, ώστε πράγματι ο ΦΠΑ να αποδώσει στο Δημόσιο ό,τι αποδίδουν σήμερα οι έμμεσοι φόροι που θα αντικαταστήσει...”.

Ο δε Π. Ρουμελιώτης:
“...O νέος φόρος έχει σχεδιαστεί να αποφέρει ίδια έσοδα με τους φόρους που θα καταργηθούν. Έτσι, δεν θα υπάρξει πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση στην Οικονομία και κατά συνέπεια το γενικό επίπεδο τιμών δεν θα πρέπει να μεταβληθεί”.

Έτσι, οι παραγωγικές και λοιπές τάξεις της Δωδεκακανήσου επέμεναν επί του δικαίου Δωδεκανησιακού αιτήματος και τελικά καθιερώθηκαν οι μειωμένοι συντελεστές τουλάχιστον κατά 30%, μέτρο το οποίο αργότερα επικύρωσε και η αρμόδια Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για όλα τα παραμεθόρια νησιά του Αιγαίου.

Σε συζήτηση που είχα με παράγοντα που κατείχε τα ευρωπαϊκά δεδομένα με πληροφόρησε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ασχολούνται καθόλου με το ύψος των συντελεστών ΦΠΑ, απόδειξη που διαφέρουν σε κάθε Κράτος-Μέλος, καθόσον το εισπράττουν σε ποσοστό με βάση τα έσοδα εκ του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) και δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους τι εισπράττουν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες κάθε χώρας.

Αυτό συμπεραίνεται, καθόσον το ύψος των συντελεστών ΦΠΑ είναι διαφορετικό σε κάθε χώρα, όπως προαναφέρεται. Το ποσοστό που εισπράττει κάθε χώρα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι πρόσφατα ανερχόταν σε 0,60%, τώρα πληροφορούμαι ότι διαμορφώθηκε στο 1% επί των μικτών εισπράξεων του ΑΕΠ.

***

Το Επιμελητήριο από το 1977 άρχισε την πραγματοποίηση ετήσιων διασκέψεων των παραγωγικών τάξεων εναλλακτικά και σ’ ένα νησί. Στις αντιπροσωπευτικές συγκεντρώσεις αναλύονταν από εκπροσώπους των επιμέρους τάξεων του πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή τομέα τα προβλήματα και στο τέλος κάθε Διάσκεψης ψηφίζονταν πορίσματα, που αποστέλλονταν στους αρμόδιους Πολιτειακούς παράγοντες.  

Με λύπη, όμως, παρατηρούμε ότι οι αποτελεσματικές αυτές Διασκέψεις, που τόσον δραστικά συνετέλεσαν στην προβολή των Δωδεκανησιακών προβλημάτων, δεν πραγματοποιούνται πλέον. Και ανακύπτει το ερώτημα: Μήπως έπαψαν να υπάρχουν δωδεκανησιακά προβλήματα, τα οποία πρέπει να προβάλλονται και να προωθούνται προς επίλυση;

Αφότου η χώρα εντάχθηκε στην Ενωμένη Ευρώπη, δίνεται έμφαση στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι
Η σύσφιγξη των σχέσεων του Επιμελητηρίου με τα αδελφά του ευρωπαϊκού χώρου και ιδιαίτερα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποτελούν έναν από τους τωρινούς στόχους του. Προς τον σκοπό αυτό υπάρχει συνεχής επαφή με το Γραφείο Εμποροβιομηχανικών Επιμελητηρίων Ελλάδας στις Βρυξέλλες, καθώς και με τα αρμόδια Κοινοτικά Όργανα.

Το 1992 πραγματοποιήθηκε η διδυμοποίηση με το Επιμελητήριο Λατίνας της Κάτω Ιταλίας και συμμετέχει και σε πολλές επιτροπές ευρωπαϊκού συντεχνιακού χαρακτήρα.

Και στον ερευνητικό και εκδοτικό τομέα το Επιμελητήριο δεν υστέρησε. Από το 1960 άρχισε τη μηνιαία έκδοση οικονομικού δελτίου, πέραν, δε, τούτου, μέχρι σήμερα έχει εκδόσει γύρω στις 45 αυτοτελείς Μελέτες οικονομικο-κοινωνικού και ιστορικού περιεχομένου. Στις εκδόσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται και τα περισσότερα θέματα που, κατά διαστήματα, αναδεικνύονταν στις ετήσιες Διασκέψεις του Επιμελητηρίου.

Σημαντικές ρυθμίσεις για το Φ.Π.Αξίας  και στη Δωδεκάνησο.

Το 30% και στις τρεις κατηγορίες, καθώς και στις Υπηρεσίες

Όταν από τις αρχές του 1987 επρόκειτο να κατατεθεί στη Βουλή των Ελλήνων σχετική τροπολογία, ως προς τις διατάξεις του Φ.Π.Αξίας υπήρχε η αμφιβολία, εάν αυτό θα επιτυγχανόταν. Τελικά η τροπολογά ψηφίστηκε στις 22.2.1990 και εγώ προσωπικά, ως Διευθυντής του Επιμελητηρίου που κατείχα το θέμα έκανα την παρακάτω ενημέρωση, που δημοσιεύθηκε στη “Ροδιακή” στις 23.2.1990.

Ιδού η δήλωση που έκανα
“Η διατήρηση του καθεστώτος των μειωμένων συντελεστών φόρου προστιθέμενης αξίας, που στα Δωδεκάνησα ισχύει από 1.1.1987, δεν ήταν και δεν είναι μέχρι τώρα κάτι το ασύνηθες, ως προς ορισμένες ιδιαιτερότητες για πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Αγγλία και άλλες χώρες εξαίρεσαν τα υπερπόντια διαμερίσματά τους από το καθεστώς του Φ.Π.Α. και το κατοχύρωσαν, ανάλογα, εξαρχής στην Έκτη Κατευθυντήρια Οδηγία.

Προς τούτο, με τον ένα ή άλλον τρόπο, συνεχίζουν να κάνουν χρήση παρόμοιας φύσης μέτρων για περιοχές της Επικράτειάς τους που κρίνουν ότι είναι αναγκαίες δημοσιονομικά και διαμορφώνουν  ή εν πάση περιπτώσει έχουν ανάγκη ειδικής μεταχείρισης μέτρα, καθόσον δεν αντιβαίνουν στις Συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

“Ειδικότερα, για το νησιωτικό σύμπλεγμα του Αιγαιοπελαγίτικου χώρου πρέπει - επιβάλλεται να καταστεί κοινή πεποίθηση ό,τι δεν είναι θέμα που αφορά μόνο μια παραγωγική τάξη, έστω και για να δικαιολογείται η ταξική αδιαφορία κάποιας άλλης. Το θέμα των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ διαχέεται σε όλους τους παραγωγικούς τομείς των νησιών μας: από τον σύνθετο τουριστικό τομέα, τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα του ιδιωτικου τομέα, την κοινωνική συνοχή, τη νησιωτικότητα που είναι Συνταγματικά κατοχυρωμένη, τον τελευταίο καταναλωτή, τη διατήρηση των υφιστάμενων πόρων υπέρ της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που ισχύουν μόνο στα Δωδεκάνησα μέχρι και τις “αόρατες εξαγωγές” οι οποίες στο Δωδεκανησιακό σύμπλεγμα τουλάχιστον, είναι σημαντικά αυξημένες, λόγω του τουριστικού παράγοντα.

Επιπρόσθετα, στην παρούσα φάση της ανεξέλεγκτης οικονομικής κρίσης αποτελεί από μόνη της τον κορυφαίο στόχο, εκ των ων ουκ (εστί), για τη διατήρηση σε κάποια ανεκτά επίπεδα του βεβαρυμένου βιοτικού επιπέδου των νησιωτικών περιοχών της Χώρας.

Ο μακαρίτης Πρωθυπουργός της Χώρας Ανδρέας Παπανδρέου, μιλώντας σε συγκέντρωση του λαού της Κομοτηνής στις 14.5.1983, τόνισε σε κάποια αποστροφή του λόγου του με έμφαση: “... θα πρέπει η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα της Θράκης, των μικρομεσαίων, κυρίως, επιχειρήσεων, να γινεται όχι με τραπεζικά κριτήρια, αλλά με Εθνικά κριτήρια”. Και ότι η Θράκη και το Αιγαίο: “... είναι η καρδιά της Πατρίδας μας, είναι ο προμαχώνας της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας”.

Πρέπει, εξάλλου, να ξεκαθαριστεί μια για πάντα, γι’ αυτούς ειδικά που φλυαρούν ανεύθυνα για “προνόμια των νησιών μας κ.λπ, ότι η διαφοροποίηση αυτή, επιβεβλημένη από τα γεωγραφικά σύνορα των παραμεθορίων νησιωτικών μας περιοχών αποτελεί την ενδεδειγμένη Εθνική πρόβλεψη και αναγκαιότητα, ακόμη και για την επιβεβλημένη περιφερειακή ανάπτυξη.

Η αναγκαιότητα αυτή επιβλήθηκε εκ των πρώτων άμεσων μέτρων για την ανασυγκρότηση της νεοαπελευθερωθείσας το 1947 νέας Ελληνικής Επαρχίας, ύστερα από 638 χρόνων ξενικής κατοχής τότε, από τις πρώτες ημέρες της εγκατάστασης της Ελληνικής Στρατιωτικής Διοίκησης υπό τον  Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη. Έκτοτε, παρά τις προσκαιρες παλινδρομήσεις των μανδαρίνων του Κέντρου, όλες οι Κυβερνήσεις, προς τιμήν τους, διατήρησαν τα σε μεγάλο μέρος των αρχικά καθιερωθέντων.

Όταν, αρχικά το 1983, προέκυψε θέμα θέσπισης του ΦΠΑ, ως υποχρέωση της χώρας μας εκ της ένταξής μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα υπολογιζόταν, ότι η Δωδεκανησιακή Οικονομία θα επιβαρυνόταν εκ των έμμεσων φόρων, που θα αντικαθίσταντον από τη θέσπιση του ΦΠΑ στο ποσοστό 45%-50%. Ενώ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Υπουργείου Οικονομικών, η επιβάρυνση για τη λοιπή Επικράτεια πλησίαζε στο 2,5%-3% περίπου.                

ΑΥΡΙΟ ΤΟ Γ’ ΜΕΡΟΣ