Μεσαιωνολόγιο: «Πώς έγινε η άλλοτε διεφθαρμένη μπύρα είδος μοναστηριακό»

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr


Με την κατάκτηση της Ρώµης από τους Γότθους (410 µ.Χ.), τα σύνορα στον Ρήνο άλλαξαν σημαντικά. ∆ιάφορες µικροφυλές, συγκεντρωμένες γύρω από ευκαιριακούς ηγέτες, τράβηξαν λαφυραγωγώντας έως τα βάθη της Γαλατίας - μία ευρεία περιοχή τότε που περιλάμβανε τη σημερινή Γαλλία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, το μεγαλύτερο μέρος της Ελβετίας, τμήματα της βόρειας Ιταλίας, καθώς και μέρη της Ολλανδίας και της Γερμανίας στη δυτική όχθη του Ρήνου - και βρέθηκαν αντιμέτωποι µε τις πλούσιες εκτάσεις σιτηρών και τη μειωμένη αμπελουργία. Συνεπώς, έπρεπε αναγκαστικά να εξοικειωθούν µε την µπύρα και σημαντικό ρόλο σ’ αυτό διαδραμάτισαν οι Ιρλανδικο-σκωτσέζικες ιεραποστολές τον 6ο-7οαι.

Τότε,  η Ιρλανδία ήταν κέλτικη και διέκειτο τόσο θετικά απέναντι στην µπύρα, ώστε σε Ιρλανδικό κώδικα, (Crith Gablach), όπου καταγραφόταν µε ακρίβεια το ιδανικό εβδομαδιαίο πρόγραµµα του Βασιλιά, αναφέρεται πως «η ιερή µέρα της Κυριακής ήταν κρατημένη για την µπυροποσία που χρησίμευε έως σημαντικό μέσο για πολιτικές και κοινωνικές επαφές».

Οι ιεραποστολές ευνοήθηκαν,  επίσης, από τους βασιλείς της δυναστείας των Μεροβιγγείων,  για πολλούς λόγους,  ένας εκ των οποίων ήταν πως οι μοναχοί φάνηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι στις εκχερσώσεις δασικών εκτάσεων.

Σε ανταμοιβή, οι τοπικοί κοσμικοί άρχοντες επέτρεψαν στους μοναχούς να κτίσουν μοναστήρια. Καθώς οι μοναχοί μετέτρεψαν τους αγριότοπους σε καλλιεργήσιμες περιοχές, τα μοναστήρια εξελίχθηκαν σε μεγάλες οικονομικές επιχειρήσεις, όπου συχνά συγκατοικούσαν  σ’ αυτά ακόμη και 100 µοναχοί, όπως και πάρα πολλοί κοσμικοί. Αυτά τα µοναστήρια έπρεπε επίσης να εφοδιαστούν µε µπύρα!

Γιατί οι μοναχοί εξαρτιόντουσαν όμως από την μπύρα τους;
- Το νερό ήταν συχνά µολυσμένο και επικίνδυνο. Η µπύρα εθεωρείτο, τον Μεσαίωνα, ως το πλέον ασφαλές ποτό.
- Τα περισσότερα µοναστήρια στη ∆ύση ανήκαν στο Τάγμα του Αγίου Βενέδικτου. Συνεπώς, οι Μοναχοί ήταν υποχρεωμένοι να καλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες τους µε δικά τους μέσα,  υπακούοντας στους «Κανόνες» για τη «Ζωή στο Μοναστήρι» που τους είχε κληρονομήσει, από τον 6ο αι., ο Άγιος Βενέδικτος:  «Τότε µόνο θα είναι πραγματικά µοναχοί, όταν θα ζουν από την εργασία των δικών τους χεριών, σύμφωνα µε το παράδειγμα των Πατέρων µας και των Αποστόλων µας» (48.8), τους είχε διαμηνύσει!

 Άλλοι λόγοι ήταν:
- Καθώς οι μοναχοί νήστευαν και η µπύρα είναι από νερό…«το υγρό δεν διακόπτει τη νηστεία».
- Η µπύρα ήταν θρεπτική και παλιότερα περιείχε λιγότερο αλκοόλ απ’ ό,τι σήμερα. Μπορεί η υπερβολική κατανάλωσή της πάντα να καταδικαζόταν ως αμαρτία, αλλά οι µοναχοί ήξεραν να κρατούν το μέτρο… Αν και όχι πάντα…

Άλλωστε, καθώς ο Άγιος Βενέδικτος δεν είχε διευκρινίσει στους «Κανόνες» την έννοια του «πολύ», ούτε και της ποσότητας που κάθε µοναχός µπορούσε να καταναλώνει ημερησίως, γράφοντας π.χ. «ο ένας τόσο, ο άλλος τόσο», τι να καταλάβει από αυτό ο κάθε μοναχός; Συνεπώς, λίγος ηδονισμός ήταν και αυτός στο παιχνίδι!

-Τέλος, τα µοναστήρια όφειλαν να προσφέρουν φιλοξενία και διατροφή στους φτωχούς, τους προσκυνητές και τους περαστικούς, άρα και μπύρα…

Τα προαναφερόμενα όμως ανήκουν σε µία εκδοχή. Η άλλη είναι πως τον 8ο αι. η Ευρώπη είχε ήδη εκχριστιανιστεί και άρα ο ανταγωνισμός κρασιού (χριστιανικού) και µπύρας  (παγανιστικής) δεν υφίστατο πλέον.

Επιπρόσθετα, η Εκκλησία μέσα σε 4 αιώνες είχε αποκτήσει τεράστια περιουσία σε εδάφη και της ανήκε σημαντικό µέρος της γεωργικής παραγωγής, κυρίως  αυτής των σιτηρών. Έτσι, εξηγείται τόσο η αυτάρκεια στα είδη διατροφής που διέθεταν τα µοναστήρια, όσο και η ευκολία µε την οποία στήθηκαν οι brasserie (=λαϊκά εστιατόρια) µέσα σ’ αυτά, καταναλώνοντας από το πλεόνασμα της παραγωγής τους.

Επίσης, στα µοναστήρια βρήκαν τον τεχνικό τρόπο για να παρασκευάζουν 3 είδη µπύρας, όλο το χρόνο:
-  την ανώτερη ποιότητα (prima melior) µε βάση το κριθάρι, για τους ηγούμενους και τους υψηλούς επισκέπτες,
- τη µέση ποιότητα (cervisia), από βρώµη, για να συνοδεύει τα καθημερινά γεύματα των µοναχών και
- την κατώτερη ποιότητα (tertia) για τους φιλοξενούμενους, τους κοσμικούς εργάτες στις αγροτικές ασχολίες, τους προσκυνητές και τους πένητες.

Έτσι, η μπύρα από πηγή µέθης, αρρωστιών και οργίων, την εποχή των «βάρβαρων παγανιστών» έγινε ένα «απλό» ποτό για το θρησκευτικό ημερολόγιο! Όσο για τις αρρώστιες, ακόμη και αυτές έβρισκαν τη γιατρειά τους στην µπύρα! Η φήμη πολλών Αγίων συνδέθηκε µε θαύματα µπύρας,  κυρίως σε περιόδους επιδημιών ή θρησκευτικών διαταραχών.

Ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία των μοναχών για µπύρα που ακόμη και όταν απαγορευόταν να μιλήσουν, π.χ. στο scriptorum (=τόπος συγγραφής και αντιγραφής των μεσαιωνικών χειρογράφων), επινόησαν τη νοηματική γλώσσα (=signa loquendi») οπότε η παραγγελία µπύρας δινόταν πλέον µε το… τρίψιμο των χεριών τους!

Απόσπασμα από κείμενο της ιστορικού δρ. Ξένης Μπαλωτή.