Ένας Ροδίτης ζαχαροπλάστης που διαπρέπει στις Βρυξέλλες

Ο Νικόλας Κουλέπης, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Ρόδο, είναι ο Έλληνας ζαχαροπλάστης των Βρυξελλών, στο ζαχαροπλαστείο του οποίου οι εκατοντάδες Έλληνες  των Βρυξελλών αλλά και άλλοι τόσοι κάτοικοι και επισκέπτες κοντοστέκονται καθημερινά προκειμένου να γευθούν τα γλυκά του.

Ο ίδιος, που άνοιξε τον δικό του χώρο πριν από περίπου έναν χρόνο, δεν πίστευε πως θα είχε τόσο μεγάλη απήχηση σε μια πόλη που φημίζεται για τα γλυκά και τα ζαχαροπλαστεία της.

Και όμως, ο Νικόλας Κουλέπης, που ζει και εργάζεται από το 2012 στο Βέλγιο, πήρε το ρίσκο και κέρδισε, ενώ μάλιστα ετοιμάζεται να ανοίξει και ένα εργαστήριο σχεδόν απέναντι από το ζαχαροπλαστείο του, στο οποίο θα γίνονται παράλληλα και μαθήματα ζαχαροπλαστικής σε παιδιά αλλά και σε όσους θέλουν να μάθουν βασικές συνταγές για γλυκά.

Στο ζαχαροπλαστείο του που έχει δώσει το όνομά του, μπορεί να βρει ο κόσμος κάθε λογής γλυκά, όμως η αλήθεια είναι πως φημίζεται περισσότερο για  το γαλακτομπούρεκό του, το ραβανί, το εκμέκ κανταΐφι, τον μπακλαβά και την πορτοκαλόπιτά του.

Αλλά και όλα τα άλλα, τις πάστες, τα εκλέρ, τα σουδάκια, τις μους, τις τούρτες, όλα με πρώτης ποιότητας υλικά και με πολύ μεράκι. Μάλιστα πέρυσι, στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, δεν προλάβαινε μαζί με το προσωπικό του να φτιάχνει και να πουλάει τσουρέκια, ξεπερνώντας την ημέρα τα 200!

Αντίστοιχη προσέλευση βέβαια είχε και τα Χριστούγεννα, περίοδο κατά την οποία τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες του έγιναν ανάρπαστοι πουλώντας περισσότερα απο 400 κιλά μελομακάρονα και κουραμπιέδες!

Αυτό που ο ίδιος προσπαθεί να κάνει μέσα από τα γλυκά του, είναι πάντοτε να δίνει το ελληνικό στοιχείο, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις αντικαθιστά στα γλυκά που μπορεί, τη ζάχαρη με το μέλι. Μάλιστα, σε πρόσφατο ταξίδι του για διακοπές στο νησί μας, έκανε διάφορες διασυνδέσεις προκειμένου να διαθέτει στο ζαχαροπλαστείο του αλλά και να έχει πρώτη ύλη από ντόπια προϊόντα!
 


Σε ό,τι αφορά την αγάπη του για τη ζαχαροπλαστική, όλα φαίνεται να ξεκίνησαν κάπως τυχαία:
«Τυχαία, το 2001 απλά πήγα να δουλέψω για το καλοκαίρι, για το χαρτζιλίκι και ένας φίλος οικογενειακός, ο κ. Μανούσος χρειαζόταν ένα άτομο στο ξενοδοχείο να βοηθάει λίγο στην κουζίνα. Πήγα εκεί, μου άρεσε και δούλεψα όλο το καλοκαίρι σαν βοηθός ζαχαροπλάστη.

Έτσι αποφάσισα να ασχοληθώ. Την επόμενη χρονιά με έστειλαν στο Eden Rock, ήμουν 20 χρονών, συνειδητοποίησα ότι μου άρεσε πολύ η ζαχαροπλαστική. Αμέσως μετά ξεκίνησα στη ΣΤΑΝΗ, όπου έμεινα για 2 χρόνια. Μετά πήγα φαντάρος και έπειτα έφυγα στην Αθήνα για να σπουδάσω στη Le Monde. Με θυμάμαι από μικρό να βοηθάω τη μαμά μου, να ανεβαίνω τα σκαμπό και να φτιάχνουμε κέικ, να τη βοηθάω, όλα αυτά μου τα θυμίζει με φωτογραφίες κ.λπ.
 


Αμέσως μετά τη Le Monde ξεκίνησε πραγματικά η καριέρα μου σαν ζαχαροπλάστης. Παράλληλα με τη σχολή δούλευα σε ζαχαροπλαστεία της Αθήνας.

Η σχολή ήταν πανάκριβη και κάπως έπρεπε να συντηρούμαι. Από το 2008 που τελείωσα τη σχολή, γύρισα πίσω στη Ρόδο και ξεκίνησα να δουλεύω και πάλι σε ξενοδοχεία» αναφέρει ο ίδιος μιλώντας στη «Ροδιακή».

Σε ό,τι αφορά το πώς πήρε την απόφαση να φύγει, φαίνεται πως και σε αυτή την περίπτωση η τύχη ήταν με το μέρος του.

«Το 2012 δούλευα εδώ στη Ρόδο, στο Lindian Village και αμέσως μετά έφυγα για τις Βρυξέλλες, όπου και ζω και εργάζομαι μέχρι και τώρα.

Τυχαία έφυγα, ήμουν πολύ ευχαριστημένος με τη Ρόδο, απλά ήμουν τότε σε σχέση με την τωρινή σύζυγο και μητέρα των παιδιών μου, η οποία είχε έρθει και δούλευε για σεζόν στο ίδιο ξενοδοχείο με εμένα. Μετά τη σεζόν, γύρισε στις Βρυξέλλες όπου σπούδαζε και πήγα να τη δω για διακοπές.

Ήμασταν ήδη έξι μήνες μαζί, και όταν πέρασε ένας μήνας διακοπών και τελείωσαν τα λεφτά, μου πρότεινε να προσπαθήσω να βρω κάτι εκεί και υποσχέθηκε να με βοηθήσει. Έστειλα άπειρα email σε ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, έκανα δεκάδες επισκέψεις. Πολύ λίγοι μου απάντησαν και τελικά αποφάσισα να προσπαθήσω σε ένα από αυτά, σε ένα πολύ καλό εστιατόριο με δύο αστέρια Μισελέν.
 


Στην αρχή δυσανασχέτησαν γιατί δεν μιλούσα καλά γαλλικά και εκείνοι δεν μιλούσαν καλά αγγλικά, οπότε ήταν δύσκολη η επικοινωνία μας. Είπα στα παιδιά στην κουζίνα: "δεν γίνεται, πρέπει οπωσδήποτε να πάρω αυτή τη δουλειά", μου πρότειναν να κάνω μια εβδομάδα το δοκιμαστικό και το έκανα, μου είπαν ότι θα με ενημέρωναν σε μια εβδομάδα αλλά εγώ έπρεπε να δουλέψω. Αποφάσισα να πιάσω τον σεφ του εστιατορίου, ο οποίος μάλιστα δεν μιλούσε καλά αγγλικά.

Τον παρακάλεσα να με πάρει και υποσχέθηκα να μάθω γρήγορα γαλλικά, η κοπέλα μου είναι Γαλλίδα και πως σε λίγους μήνες θα έχω μάθει γαλλικά. Έτσι με πήρανε και κάθισα στο εστιατόριο αυτό δυόμισι χρόνια. Από βοηθός έγινα ζαχαροπλάστης σεφ, ενώ σε 6 μήνες μιλούσα άπταιστα γαλλικά. Πιέστηκα τόσο πολύ που πήγαινα σπίτι και έβαζα τα κλάματα από τα νεύρα μου. Είναι δύσκολο να δουλεύεις σε μεγάλες κουζίνες. Ήταν όλοι Γάλλοι και έπρεπε να μάθω τη γλώσσα. Είμαστε στο Βέλγιο αλλά το 80% είναι Γάλλοι, οι οποίοι είναι και πολύ πιεστικοί».

Μερικά χρόνια αργότερα, πήρε την απόφαση να ανοίξει δικό του ζαχαροπλαστείο. «Όλα ξεκίνησαν από μια παραγγελία ενός φίλου που μου ζήτησε να του κάνω μια τούρτα. Μετά ζητούσε και άλλος και άλλος... Βρήκα αρχικά ένα μικρό γκαράζ που κάποιος το είχε κάνει πιο πριν σαν εργαστήρι με κουζίνα κ.λπ. Έκανα εκεί μέσα μικρές παραγγελίες, έναν μπακλαβά, δύο τούρτες, κ.λπ.»

Κάπως έτσι ξεκίνησε τις πρώτες παραγωγές, και λίγο καιρό αργότερα, αποφάσισε πως για να καταφέρει να κάνει κάτι δικό του, πρέπει να σταματήσει από τα εστιατόρια και τα άλλα ζαχαροπλαστεία και να ασχοληθεί αποκλειστικά με το ζαχαροπλαστείο που θέλει να ανοίξει. Έτσι σιγά-σιγά, η αποθήκη-γκαράζ έφερε το εργαστήριο και το εργαστήριο, το ζαχαροπλαστείο.

«Αυτή τη στιγμή ανταγωνίζομαι τους Γάλλους και τους Βέλγους. Αυτό που με κάνει ξεχωριστό αυτή τη στιγμή στο Βέλγιο και το ζαχαροπλαστείο έχει φτάσει αρκετά ψηλά, είναι το ότι έχουμε κάνει ένα διαφορετικό ζαχαροπλαστείο. Δεν σου κρύβω ότι αν δεν ήταν ζαχαροπλαστείο με ταυτότητα ελληνική ίσως δεν δούλευε τόσο όσο αυτή τη στιγμή. Γιατί φέραμε τον Βέλγο και τον Γάλλο δίπλα μας, να δοκιμάσει το ελληνικό γλυκό, παράλληλα όμως δοκίμασε και τα γαλλικά γλυκά και με εμπιστεύτηκαν περισσότερο από τον Γάλλο που έχω στα 500 μέτρα από το ζαχαροπλαστείο μου. Το μαγαζί μου βρίσκεται σε έναν από τους κεντρικότερους και ακριβούς δρόμους των Βρυξελλών, ανάμεσα σε πολλά ζαχαροπλαστεία, οπότε πρέπει να τους προσφέρεις και ποιότητα και να την κρατήσεις».
 



Ο ίδιος, μιλώντας για τη ζωή στο Βέλγιο και το πόσο εύκολο είναι να είσαι επιχειρηματίας σε μια πόλη όπως οι Βρυξέλλες, τόνισε πως αν ακολουθήσεις κατά γράμμα αυτό που λέει το κράτος, είσαι κερδισμένος, αφού η βοήθεια που σου παρέχει, ιδίως αν είσαι νέος επιχειρηματίας, είναι μεγάλη.

Μάλιστα, δύο μόλις μήνες αφότου άνοιξε το ζαχαροπλαστείο του στις Βρυξέλλες, δέχθηκε τηλεφώνημα απο τον Alpha προκειμένου να συμμετάσχει στο νέο τότε ριάλιτι "Bake off Greece" δίνοντας όμως αρνητική απάντηση καθώς προσπαθούσε ακόμη να "δρομολογήσει" το μαγαζί του.

Ο ίδιος μίλησε πριν από λίγο καιρό και στην εκπομπή του Νίκου Μάνεση για το πώς γίνεται ένας Έλληνας ζαχαροπλάστης να έχει καταφέρει να πηγαίνει τόσο καλά στις Βρυξέλλες, ενώ στο περιοδικό της Aegean που διανέμεται αυτή την περίοδο στα αεροσκάφη της, υπάρχει ειδικό αφιέρωμα στον ίδιο, προτείνοντας το ζαχαροπλαστείο του ως τα "must go" μέρη.

Ο Νικόλας επιλέχθηκε από τους διοργανωτές ενός μεγάλου γαστρονομικού Φεστιβάλ στις Βρυξέλλες, το "eat! BRUSSELS" προκειμένου να συμμετάσχει, αποτελώντας έναν απο τους 4 ζαχαροπλάστες που συμμετείχαν στο εν λόγω Φεστιβάλ. Ένα Φεστιβάλ από το οποίο κάθε ημέρα περνούν 10 χιλιάδες και στο οποίο συμμετείχαν 30 σεφ και 4 ζαχαροπλάστες προσφέροντας στον κόσμο δεκάδες εδέσματα, διαφορετικές γεύσεις και κουζίνες.
 


Αυτό πραγματοποιήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου και ήταν "sold out" από τις 9 το βράδυ. Μεταξύ άλλων ο Νικόλας προσέφερε στον κόσμο που επέλεξε να πάει στο Φεστιβάλ εκμέκ καταΐφι, σαραγλί, τάρτα με φιστίκια Αιγίνης και λεμόνι, σου με πραλίνα σοκολάτα κ.α. προσθέτοντας πάντα μια μεσογειακή ταυτότητα στα προϊόντα του.

Ο... δικός μας Έλληνας ζαχαροπλάστης των Βρυξελλών, ο Ροδίτης Νικόλας Κουλέπης, αποτελεί σίγουρα ένα παράδειγμα προς μίμηση για όλους εμάς, αποδεικνύοντας πως αν αγαπάς αυτό που κάνεις, μπορείς να ξεχωρίσεις ακόμη και σε μια χώρα όπου ο ανταγωνισμός στην εργασία είναι ιδιαίτερα μεγάλος.