Ξεχασμένο πορτοφόλι

Γράφει η Ζωή Κοντόγιαννου*

Στη σαββατιάτικη φασίνα η Αμαλία βρήκε στο δωμάτιο του γιου της, πάνω στο γραφείο του, ένα ξεχασμένο πορτοφόλι που σίγουρα δεν ανήκε σ’ αυτόν. Η Αμαλία ήξερε κάθε πράγμα του γιου της, είτε γιατί το ψαχούλευε, είτε γιατί του το είχε αγοράσει η ίδια.

Το πήρε λοιπόν στα χέρια της κι άρχισε να το περιεργάζεται. Ήταν ένα απλό υφασμάτινο, φτηνιάρικο θα ‘λεγε κανείς, μπλε πορτοφολάκι. Τ’ άνοιξε βεβαίως για να βρει τον κάτοχο. Λεφτά δεν είχε μέσα σχεδόν καθόλου, μόνο κάτι σεντς, που δεν έφταναν ούτε για τσίχλες. Σε μια μικρή διαφάνεια ξεχώριζε μια μικρή φωτογραφία ενός νεαρού αγοριού και μιας κοπέλας, πιθανότατα της μητέρας του. Σαν παρατήρησε καλύτερα τη φωτογραφία, η μορφή του αγοριού της θύμισε τον καινούργιο φίλο που είχε φέρει ο γιος της λίγες μέρες πριν στο σπίτι.

Μ’ αυτήν την επίσκεψη θυμάται είχε παραξενευτεί πολύ. Ούτε χάχανα ακούγονταν από το δωμάτιο ως συνήθως, ούτε φωνές, ούτε και παιχνιδιάρικες εφηβικές βρισιές όπως άλλες φορές με άλλους φίλους που τύχαινε να φέρει στο σπίτι. Πίσω δε από τη διαφάνεια του μικρού πορτοφολιού ξεχώριζε ένα μικρό απόκομμα του ταχυδρομείου. Πάνω του αναφερόταν το ονοματεπώνυμο του αγοριού και η διεύθυνσή του. Το σπίτι του ήταν μόλις λίγα τετράγωνα παρακάτω από το δικό τους. Χωρίς δεύτερη σκέψη η Αμαλία πέταξε από πάνω της την ποδιά της φασίνας, σενιάρισε λίγο τα μαλλιά της και ξεκίνησε για το σπίτι του περίεργου καινούργιου φίλου. Ευκαιρία ήταν να μάθαινε από πού κρατάει η σκούφια του.

Σε λίγη ώρα στεκόταν έξω από ένα μικρό απεριποίητο σπίτι. Οι τοίχοι μαυρισμένοι και τα παράθυρα ετοιμόρροπα. Άνοιξε δειλά την εξώπορτα και στάθηκε στη μισάνοιχτη είσοδο του σπιτιού. Χτύπησε δυο τρεις φορές το κουδούνι όμως κανείς δεν ήρθε. Η γυναικεία της περιέργεια την έκανε να σπρώξει την πόρτα και να μπει λίγα μέτρα πιο μέσα καλημερίζοντας ευγενικά. Όμως και πάλι δεν πήρε απάντηση. Από το βάθος του διαδρόμου ακούγονταν πνιχτά κλάματα. Αμέσως πήγε προς τα εκεί. Αυτό που αντίκρισε θα το θυμόταν μια ολόκληρη ζωή.

Μια γυναίκα σχεδόν λιπόθυμη κειτόταν στο πάτωμα κι ίσα που έβγαινε η φωνή της, καλούσε σε βοήθεια.
Η Αμαλία έτρεξε κοντά της.
-Ηρέμισε κοπέλα μου! Τώρα είμαι εγώ εδώ! Τι έπαθες καλή μου;
-Σας παρακαλώ να μην με δει έτσι το παιδί μου! Σας παρακαλώ, εκλιπαρούσε με κομπιασμένη φωνή από το κλάμα.
-Πώς έτσι δηλαδή; Αναρωτήθηκε δυνατά η Αμαλία κι απαλά τράβηξε τα μαλλιά της που κάλυπταν το πρόσωπό της. Δάγκωσε τα χείλη της δυνατά η Αμαλία που παραλίγο να τα κόψει. Μαύρα ολομέλανα μάτια, μια μύτη σπασμένη, ένα αυτί κομμένο που αιμορραγούσε και δόντια ίσα που στέκονταν. Ένα πρόσωπο άμορφο, στραπατσαρισμένο, σακατεμένο που μαρτυρούσε τα νεύρα ενός κτήνους πάνω σε μια αδύναμη κοπέλα μόλις 35 χρόνων.

Η Αμαλία κάλεσε ασθενοφόρο. Σε λίγη ώρα βρίσκονταν και οι δυο στα επείγοντα. Οι γιατροί περιποιήθηκαν τα τραύματα της κοπέλας και τη βοήθησαν να καταγγείλει τον σύζυγό της που για χρόνια την κακοποιούσε. Η Αμαλία ήταν όμως αυτή που φρόντισε τα ψυχικά της τραύματα. Την φιλοξένησε στο σπίτι της, της βρήκε δουλειά κι ύστερα τη βοήθησε να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα κοντά της.

Μετά από πολύ καιρό κι αφού όλα είχαν πάρει τους φυσιολογικούς τους ρυθμούς ρώτησε η κοπέλα την Αμαλία.
-Τι σ’ έφερε κοντά μου εκείνη την ημέρα; Αν δεν ήσουν εσύ, πιθανόν να μην ζούσα.
-Ένα ξεχασμένο πορτοφόλι, κόρη μου…Εκείνο ήταν η αιτία! Το ‘βγαλε η Αμαλία από το συρτάρι της κουζίνας και της το παρέδωσε λέγοντάς της:
«Από τα πιο μικρά κι ασήμαντα πράγματα, κόρη μου, ξεκινάνε οι πιο μεγάλες και σημαντικές πράξεις!»
* Η Ζωή Κοντόγιαννου είναι μέλος της ομάδας της δημιοργικής γραφής της Ρόδου “Αγέρι Γραφής”.