«Έραψα στις Ροδίτισσες τα  καλύτερα βραδινά φορέματα…»!

Υπήρξε ο αγαπημένος των γυναικών, αλλά τις λάτρεψε κι αυτός. Με τα νάζια τους, τα γινάτια τους, την κοκεταρία τους, σταρ του Χόλυγουντ και ντίβες της Αθήνας, όλες  πέρασαν απ΄ το ατελιέ που πήγαιναν οι Ροδίτισσες και ράβονταν για τα σαλόνια και τα πάρτι, που παράγγελλαν τα νυφικά τους, κι εκείνος τα γέμιζε πετράδια, μικρά κρυσταλλάκια που ακόμα σήμερα σαν να ακούει τον ήχο τους, να βλέπει τη λάμψη τους καθώς αναπολεί εποχές μέσα στα σιφόν και τους ταφτάδες, τα βελούδα και τα μεταξωτά.

Τριάντα χρόνια έραψε μόνο ο Αλή, μα έγινε σημείο αναφοράς στη Ρόδο για το ταλέντο του που έσπαγε τα στενά όρια του νησιού και το προσωπικό του στιλ, τόσο διαφορετικό, τόσο λεπτό και εξεζητημένο μαζί, αλλά γινόταν μόδα μετά, και του ζητούσαν να τους ράψει το πουκάμισο, το παντελόνι...

Ήταν στο Μαρμαρίς στους συγγενείς του για καιρό αυτό το χειμώνα όταν μια ξαφνική αδιαθεσία του επέβαλε να χειρουργηθεί στα Μούγλα και του στάθηκαν όλοι, άνθρωποι αριστοκράτες όπως ο ίδιος, που με υποδέχεται μ΄ ένα χειροφίλημα, μου δείχνει την αλληλογραφία που είχε με τη Στέφανι Πάουερς, με την Ορνέλα Μούτι με την οποία πήγαν κι έφαγαν στα «Κιούπια» και μαζεύτηκε κόσμος, την Ειρήνη Παπά που έτρωγαν στη Λίνδο στου Μαυρίκου, την Κλαούντια Καρντινάλε, τη Ζωή Λάσκαρη… μια ζωή πασπαλισμένη με χρυσόσκονη που άφησε πλήθος φωτογραφιών με διάσημες τις οποίες αρνείται να μου δώσει «για να μην παρεξηγηθεί», αυτός ο  λεπτός άνθρωπος που μέχρι σήμερα τον λένε  «δύσκολο» μα είναι που δεν έχει την ενέργεια να ασχοληθεί με πολλά, έχει τις αναμνήσεις του… 
 


Πώς περάσατε με τις γυναίκες σ΄ αυτή τη ζωή;
Έζησα με τις γυναίκες τριάντα υπέροχα χρόνια. Ερχόταν η μία μου έλεγε “Αλή μου, τι διάλεξε η Μαρία;..”  Έλεγα, “μου φερε ένα καρό ταγιέρ”… «Ά, έλεγε εκείνη, για να μη φέρω κι εγώ το ίδιο... Μα, θα της πηγαίνει το ριγέ;...”. Ερχόταν η άλλη μου λεγε “τι είπε για μένα η κουμπάρα μου η Λιλίκα;..», «είπε ότι και τσουβάλι να βάλεις θα σου πάει…”, “Μμμμ... έτσι είπε η κουμπάρα μου;...” Αν της έλεγα που είπε ότι είναι χοντρή θα γινόταν καβγάς, θα μπλεκα κι εγώ...Οι γυναίκες τα χρειάζονται τα κομπλιμέντα, όλοι τα χρειαζόμαστε.

 Ήσασταν καλός ράφτης μου είπαν, στην πραγματικότητα ήσασταν μόδιστρος!
Δεν υπήρξα ούτε ο καλύτερος, ούτε ο χειρότερος όπως λέγανε οι κακές γλώσσες, αλλά κι αυτοί που είπαν τις καλές κουβέντες, κι αυτοί που είπαν τις κακές κουβέντες μου έκαναν καλό και επιβίωσα 30 χρόνια ράβοντας και συντηρούσα και τη μητέρα μου από τα 50 της χρόνια που έμεινε χήρα δεν εργάστηκε ποτέ. Ήταν μια κυρία η μανούλα μου παλαιών αρχών. Παντρεύτηκε το 1930 τον πατέρα μου, 16 ετών ήταν και ήξερε τέσσερις γλώσσες εκείνα τα χρόνια. Ήξερε ισπανικά από τους Εβραίους που ζούσαν στην Παλιά Πόλη και είχαν έρθει από κει, ήξερε ιταλικά πήγε σε ιταλικό σχολείο, τούρκικα φυσικά και ελληνικά.

Όχι τόσο καλά τα ελληνικά η μαμά μου, αλλά τα μιλούσε. Είμαστε Ροδίτες, γέννημα θρέμμα και από το 1947 που έγινε η Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου, είμαστε Έλληνες πολίτες όπως όλοι οι κάτοικοι της Ρόδου τότε.

Εσείς πήγατε σε ελληνικό σχολείο!
Πήγα ελληνικό σχολείο, στο Ρολόι πάνω  στο τζαμί, που είχε δασκάλα και για μουσουλμανόπαιδα. Είχαμε θαυμάσιους δασκάλους και κάθε φορά προσεύχομαι και λέω να αναπαύονται εν ειρήνη που μας έμαθαν την ελληνική γλώσσα, μας έμαθαν καλή συμπεριφορά, ο Παύλος ο Παυλίδης ο διευθυντής μας, ο Φιλήμονας Γιαμαλής, ο Κώστας Ρόδιος, η Μαρία Μαυρομούστακου… Περάσαμε πολύ ωραία χρόνια, από τότε είμαστε σαν αδέλφια όσοι επέζησαν γιατί πολλοί συγχωρέθηκαν δυστυχώς.

Τελείωσα το δημοτικό το 1953. Μ΄ έβλεπε  η μαμά μου στο σπίτι από μικρό παιδί να παίζω με κλωστές, με κουμπιά, να ράβω, κι έλεγε “αυτός θα γίνει ράφτης”, κι όταν τελείωσα το δημοτικό αν και πέρασα στις εξετάσεις στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο με άριστα δέκα, μ΄ έβαλε η μαμά μου στο ράψιμο. Εδώ στο τζαμί είχε 30 ραφεία, κι ήταν μέσα τ΄ αφεντικό και πέντε καλφάδες και παραγιοί. Σιγά-σιγά μερικοί φύγανε από την Παλιά Πόλη και πήγανε στη Νέα Αγορά.

Τι ήταν οι καλφάδες;
Ήταν οι προχωρημένοι που ήξεραν να τελειώσουν το σακάκι και το ρούχο. Οι παραγιοί ράβαν τα κουμπιά και μάθαιναν την τέχνη. Τότε δεν υπήρχαν έτοιμα κουστούμια. Εγώ θυμάμαι το 1960 που ήμουν κάλφας στον Κακακιό το ράφτη, ράβαμε  για τους τουρίστες τους Γερμανούς, που ήταν οι καλύτεροί μας πελάτες και όταν ερχόταν ο Αμερικάνικος Στόλος τα αεροπλανοφόρα το Φόρεσταλ, το Σαρατόγκα -αναμνήσεις πενήντα ετών είναι αυτές- και ράβανε οι ράφτες και έπαιρνε ο ένας τον άλλο ταινία με μηχανή λήψεως. Καμιά βδομάδα καθόταν εδώ το αεροπλανοφόρο κι έφευγε. Μαστόροι και καλφάδες ήμασταν 15 άτομα στον Κακακιό και ράβαμε είκοσι κουστούμια σε μιά εβδομάδα.

 Ξεκινήσατε να ράβετε για άντρες λοιπόν!
Άρχισα με αντρικό που είναι το βασικό στο ράψιμο και το πιο δύσκολο. Όμως εγώ δεν ήμουν ευχαριστημένος με το αντρικό. Σταυρωτό και μονόπετο, κλασικά συνηθισμένα μοντέλα. Εμένα με τραβούσαν οι ταφτάδες, τα βελούδα, τα σιφόν, τα μεταξωτά, όλα τα γυναικεία υφάσματα. Χάσαμε τον πατέρα μου στα 57 του, το 1965

Σ΄ ένα χρόνο παντρεύτηκε η αδελφή μου, έμεινα με τη μανούλα μου μόνος, κι άρχισα σιγά-σιγά τα γυναικεία με ταγέρ, με μαντό… αλλά ακόμα κι αυτό δεν με ικανοποιούσε, οπότε το 1970 γνωρίζομαι με έναν στυλίστα τον Μαρίνο που δούλευε για τον οίκο Dior. Βλέπει τη δουλειά μου και μου λέει “Αλή, γιατί δεν εργάζεσαι στο γυναικείο ένδυμα, εσύ είσαι γεννημένος για το γυναικείο…”! Κι είχε δίκιο. Η μόνη μου επιτυχία εμένα, κι η σιγουριά στον εαυτό μου ήταν ότι σχεδίαζα. Έβλεπα τη γυναίκα κι έλεγα « θέλω να της ράψω ωραίο φόρεμα…». Έχω άλμπουμ γεμάτα του 1960-70 με μοντέλα της εποχής που φορούσαν υπέροχες δημιουργίες, κι εγώ έγραφα πάνω τα ονόματα των πελατισσών μου που τους έφτιαχνα το φόρεμα “Τίτσα”, “Ελένη”, “Καίτη” ...  τα ονόματά τους... Έκανα και λίγο κόπια από τους διάσημους συναδέλφους μου ράφτες...

Πως ήταν τότε οι γυναίκες ήταν όμορφες, ήξεραν να ντύνονται΄
Όλες οι γυναίκες είναι όμορφες, δεν υπάρχουν άσχημες, υπάρχουν απεριποίητες, δεν ξέρουν τι τους πάει, διαλέγουν χρώματα μαλλιών που δεν τους πηγαίνουν επειδή είναι η μόδα. Να γίνεις ξανθιά επειδή είναι μόδα, μα σου πάει; Και μ΄ αυτό το ίσιο μαλλί που τις βλέπω που ΄χει γίνει πιστολάκι, χωρίς θηλυκότητα, πάγος. Η ομορφιά καμιά φορά είναι ο μεγαλύτερος φίλος, αλλά κι ο μεγαλύτερος εχθρός της γυναίκας. Ξέρω φίλες μου πολύ όμορφες που δεν έχουν θηλυκότητα.

Εσύ είσαι θηλυκή κοπέλα δεν είσαι μόνο όμορφη. Τη Λιζ Τέιλορ τη λάτρεψα που είχα την τύχη να τη δω από κοντά το 1963 που είχε έρθει στη Ρόδο με τον τέταρτο σύζυγό της τον Έντι Φίσερ, στο πέρασμά της για τη Ρώμη για τα γυρίσματα της Κλεοπάτρας πριν ξεκινήσει η περιπέτειά της και ο έρωτας με τον Ρίτσαρντ Μπάρντον.

Πήγατε να τη δείτε, τόσο πολύ σας άρεσε η Λιζ Τέιλορ;
Εγώ; Να ΄ρθει η Τέιλορ και να μην πάω να τη δω; Η μεγάλη μου αγάπη αν και δεν μου έδωσε αυτόγραφο. Θύμωσα, δεν ήξερα και καλά αγγλικά τότε και είπα μέσα μου  “γι αυτό ο Θεός σ΄ έκανε κοντή” αν και ήταν μια κούκλα ζωντανή. Τη λάτρεψα και το ξεραν και όλοι οι φίλοι μου και τώρα που πέθανε με έπαιρναν από τον Καναδά, τη Νέα Υόρκη, τη Φλώριδα, το Μιλάνο... κι όλοι οι γνωστοί μου λέγανε “Αλή, ζωή σε λόγου σου…” ήξεραν ότι τη λάτρεψα. Ήταν η μοναδική που είχε τον τύπο της, δεν έβγαλε ποτέ το φρύδι της. Συνιστώ στα κορίτσια, στις νέες γυναίκες να μη μιμούνται η μία την άλλη. Ό,τι πάει στη μία γυναίκα δεν πάει και στην άλλη.

Κι εσείς όμως είχατε πάντα το δικό σας στιλ, το διαφορετικό, προχωρημένο για την εποχή!
Ήμουν ψηλός 1.80, λεπτός, 68 κιλά και δεν μιμήθηκα κανέναν, μαλλί δεν έβαψα ποτέ, έβλεπα τα φιλμ τι φορούσαν οι ηθοποιοί και ντυνόμουν σαν εκείνους και ήμουν ο περίγελως της κοινωνίας της Ρόδου, του λαϊκού κόσμου. Διάλεγα χρώματα εκρηκτικά. Άσπρο καμπάνα παντελόνι, κουφετί πουκάμισο, τακούνι οκτώ πόντους, ήταν της μόδας τότε. Τις καμπάνες τα παντελόνια όταν τα φόρεσα μόνο λεμονόκουπες δεν μου έριξαν και σε πέντε μήνες μου ζήτησαν να τους τα ράψω. Εγώ λάνσαρα τη μόδα στη Ρόδο, δεν τολμούσε άλλος.

Έρχονταν διάφορα παιδιά τότε, οι πρώτοι νέοι της Ρόδου, με πλήρωναν με το παραπάνω μου έπαιρναν τα πουκάμισά μου, τα παντελόνια μου... Δες με, εδώ Ροδούλα μου, τα νιάτα πως περνάνε... Πάνε οι ηθοποιοί, πάνε κι οι ομορφιές, καμιά δόξα δεν είναι παντοτινή. Χθες βούρκωσα που έβλεπα τη Βουγιουκλάκη... Την έλεγαν “γατούλα” μα ήταν η καλύτερη στο είδος της γι αυτό την κατηγορούσανε. Ο κόσμος είναι κακός, κι εμένα εκείνα τα χρόνια με αδικήσανε πολύ. Και τώρα το αναγνωρίζουν και λένε: “ ά, αυτά που έβαζε ο Αλή πριν 30 χρόνια...”, γιατί η μόδα επανέρχεται.

Είναι χρόνια που δεν ράβετε πια!
Από το 1995 έχω να βάλω βελονιά, κι όμως ακόμα οι πελάτισσές μου σταματούν στο δρόμο και με φιλάνε γιατί συναντιόμαστε σπάνια, είναι κι αυτές σαν κι εμένα κάποιας ηλικίας, αν θέλω να τις δω πάω στην παρέλαση και τις βλέπω όλες.

Σήμερα πως ζείτε;
Έχω τα γράμματα και τις αναμνήσεις μου. Με τη Στέφανι Πάουερς, καταπληκτική κυρία, οκτώ χρόνια αλληλογραφούσαμε. Το 1978 ήταν εδώ για την ταινία «Απόδραση στην Αθήνα» και το 1982 ήρθε πάλι με τον Ρόμπερτ Βάγκνερ για το «Hart to Hart» που έγινε σήριαλ. Ήρθε με βρήκε, να και το σημείωμα που μου άφησε μια άλλη φορά που ήρθε χωρίς να συνεννοηθούμε και δεν με βρήκε στο σπίτι «Αγαπημένε μου Αλή…» έτσι άρχιζε πάντα.

Ωραία χρόνια, ωραίοι άνθρωποι, ήθελε να με πάρει μαζί της στο Μπέβερλι Χιλς και δεν πήγα γιατί πού να αφήσω τη μητέρα μου, ήμουνα σκλάβος της μητέρας μου, τη λάτρεψα. Τύχη, κισμέτ, είναι αραβική λέξη όπως και πάρα πολλές λέξεις δεν είναι τούρκικες, είναι αραβικές. Χαίρομαι που τα νυφικά που είχα ράψει τότε, τώρα τα φορούν οι εγγονές τους και τους έχουν φέρει γούρι, δεν χώρισαν. Πέντε χιλιάδες χάντρες πέρασα στο χέρι σ΄ ένα νυφικό. Πούλι- χάντρα, πούλι-χάντρα… κάθε λουλούδι είχε πενήντα χάντρες, τα δέκα λουλούδια είχαν πεντακόσιες χάντρες, τα εκατό λουλούδια είχαν πέντε χιλιάδες χάντρες. Δεν το πίστευα ούτε ο ίδιος, το νυφικό βάραινε το χέρι μου, ασήκωτο ήταν…

Φημίζεστε για τα βραδινά σας φορέματα!
Στα βραδινά θυμάμαι το κέντημα που έκανα πάνω, κι ήταν ένα συγκεκριμένο φόρεμα που όταν το φόρεσε κάποια στην Αγγλία είπαν ότι είναι ραμμένο στο Παρίσι και στο Παρίσι ότι είναι ραμμένο στο Μιλάνο, κι αυτό ήταν ραμμένο στη Ρόδο! Κι όταν έλεγαν «ο Αλή το ραψε…», «Μα, αυτό είναι τούρκικο όνομα…!». Μου έλεγαν οι φίλοι μου «Αλή μου, καλύτερα που δεν έφυγες στο εξωτερικό διότι εδώ είσαι παιδί από σπίτι, δεν είσαι για πάρτι εσύ, για ξενύχτια…»…

Έραψα στις ροδίτισσες τα καλύτερα βραδινά φορέματα, ήταν κομψές, ήταν λεπτές, κι εγώ ήμουν ταλαντούχος… Κι έλεγαν στα σαλόνια «ο Αλή έκανε το θαύμα του πάλι…». Οι διάσημοι που έρχονταν στη Ρόδο περνούσαν από δω «ο ράφτης των καλλιτεχνών» με έλεγαν.  Έχω τα γράμματα, τα άλμπουμ με την Τέιλορ, τη Τζίνα Λολομπριτζίτα, την Κλαούντια Καρντινάλε και τις αναμνήσεις μου. Έχω να θυμηθώ τόσα πολλά που δεν μου λείπει τίποτα.