Ο ακοντιστής από τη Ρόδο που έδειχνε ότι θα έπαιρνε τα χρυσά!

Ξεκίνησε με φόρα, με μεγάλες βολές! Έκανε την έκπληξη, από δω από τη Ρόδο και την ομάδα του το Διαγόρα. Πήρε το Πανελλήνιο Σχολικό Πρωτάθλημα, το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Εφήβων,  μπήκε στην Εθνική Ομάδα Εφήβων από εδώ από τη Ρόδο που συνέχιζε να ζει!  Τραυματισμένος αγωνίστηκε στους Βαλκανικούς, και κυνηγούσε τους Πανευρωπαϊκούς.

Μέχρι που ήρθε ο τραυματισμός! Δεν ήταν ο πρώτος τραυματισμός,  αλλά αυτός ήρθε στην πιο κρίσιμη περίοδο για εκείνον, στην Ελλάδα της κρίσης του 2010.

Ο Διαγόρας τον στήριξε τότε, αλλά η στήριξη που χρειαζόταν σ΄ εκείνη τη φάση για να φτάσει τ΄ όνειρό του, αυτός της Κατηγορίας Εφήβων που είχε καλύτερες επιδόσεις από τους αθλητές της Κατηγορίας Νέων, δεν ήταν αρκετή. Απογοητεύτηκε, τ΄ άφησε και ένα μεγάλο ταλέντο χάθηκε. «Όπως τόσα και τόσα άλλα..» λέει ο ίδιος.

Είναι 26 ετών σήμερα και τα γήπεδα είναι παρελθόν αφού από τότε εργάζεται  γιατί η ζωή το επέβαλε και οι ανάγκες της.

Απόψε που ρίχνεται στη μάχη ο Μιχάλης Σεΐτης και ο Θανάσης Μπαράκας τις επόμενες μέρες,  πολλοί θυμήθηκαν πάλι τον ακοντιστή από τη Ρόδο, τον Στέλιο Κεράνη, που είχε όλα τα προσόντα, αλλά δεν είχε τη στήριξη!
 

Ένα ταλέντο χάθηκε! Αν είχες επιμείνει, τι θα μπορούσε να είχε γίνει;
Μπορεί και να μην τα είχα καταφέρει τελικά ή μπορεί να έφτανα σε μια Ολυμπιάδα,  η οποία μάλιστα θα ήταν αυτή του Ρίο. Αλλά όλα είναι ρίσκο και τότε το να επιμείνω ενώ δεν φαινόταν από πουθενά βοήθεια, ήταν δύσκολο.  Άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια στα γήπεδα έχω δει πολλά ταλέντα τα οποία φαινόταν ότι μπορούν να κάνουν πολλά ρεκόρ, να πάρουν μετάλλια, να μην προχωρούν τελικά γιατί δεν είχαν στήριξη. Έχεις να παλέψεις για το όνειρό σου, αλλά και για την επιβίωση και κάποια στιγμή πρέπει να διαλέξεις μεταξύ των δύο. Αν χρειάζεσαι 6 και 7 ώρες προπόνηση την ημέρα δεν μπορείς να εργάζεσαι κιόλας για να ζήσεις. Έτσι είναι, δεν έχουν όλες οι ιστορίες χάπι εντ. Κάποια όνειρα κόβονται άδικα, σχεδόν βίαια, άλλοι βρίσκουν την τεράστια ψυχική δύναμη και συνεχίζουν. Όμως  όλα αυτά τα χρόνια έχω δει πολλούς καλούς αθλητές να σταματάνε..

Τ΄ ακούσαμε και τώρα από την  Κορακάκη και τους άλλους Ολυμπιονίκες μας!
Ταυτίστηκα πάρα πολύ με τους Έλληνες αθλητές που κέρδισαν μετάλλιο όπως η Κορακάκη και η Στεφανίδου με την οποία βρεθήκαμε στα ίδια γήπεδα. Ξέρω από πρώτο χέρι και την προσπάθεια που απαιτείται, αλλά κυρίως τη ψυχική δύναμη που χρειάζεται για να συνεχίζεις όταν δεν σε βοηθάει κανείς, δεν σου δίνει κίνητρο, δεν σου δημιουργεί τις συνθήκες. Μέλλον δηλαδή. Εγώ προσωπικά ζώντας την κρίση στις αρχές του 2010 όπου έπρεπε να σκεφτώ πού θα βρεθώ και τι θα κάνω δυό-τρία χρόνια μετά και πώς θα επιβιώσω δεν ήθελα να επιβαρύνω άλλο την οικογένειά μου οικονομικά για κάτι που ήταν αβέβαιο, η επιτυχία δηλαδή. Όταν φτάνεις σ΄ επίπεδο που δεν το περίμενε κανένας λες, «εγώ έκανα αυτό που ήθελα, είμαι εντάξει…»…

Κάποιοι που προχώρησαν έφυγαν στο εξωτερικό!
Έφυγαν για να μπορέσουν να έχουν τις συνθήκες και το υψηλό επίπεδο προπόνησης των άλλων αθλητών. Ο Γιάννης Σμαλιός, ένας πολύ καλός ακοντιστής ο οποίος και τώρα έριξε μια πολύ καλή βολή στα 81,89 έφυγε στη Σουηδία, μπήκε σε πανεπιστήμιο όπου μέσα προπονείται, γυμνάζεται και μορφώνεται ταυτόχρονα, κι εκεί χτίζεις προσωπικότητα και το μέλλον σου. Ο Γιάννης τώρα είναι στο δυναμικό της εθνικής ομάδας της Σουηδίας, με πολύ καλές επιδόσεις. Η Στεφανίδου ζει και προπονείται στην Αμερική.

Ποια είναι η δική σου ιστορία, από πότε ξεκίνησες να αθλείσαι;
Από 6 χρονών  ξεκίνησα να αθλούμαι στις Ακαδημίες του Διαγόρα. Έβλεπαν ότι ήμουν πολύ ανεπτυγμένος σωματικά, ήμουν πολύ ταχύς… Αυτό ήταν το προσόν μου, η ταχύτητα. Έτρεχα στα 150 μέτρα στις κατηγορίες των παίδων, κι ένας προπονητής με δοκίμασε σε διάφορα αγωνίσματα. Θεώρησε ότι είχα μία κλίση στο ακόντιο, γεγονός για το οποίο βοηθούσε η σωματική μου διάπλαση αφού σε σχέση με άλλα παιδιά ήμουν πιο ψηλός και πιο γεροδεμένος.

Το 2005 που ξεκινούσες εσύ υπήρχαν αθλητές στη Ρόδο που έριχναν ακόντιο;
Ήταν δύο ή τρείς, αλλά η  αλήθεια είναι πως δεν είχαμε κάποια παράδοση στο νησί σ΄ αυτό το άθλημα. Η προπόνησή μου ξεκίνησε στο παλιό στάδιο του Διαγόρα με προπονητή ο οποίος ήταν για όλα τα αθλήματα. Ήμουνα 15 χρονών τότε. Αθώα χρόνια. Τότε δεν είσαι υποψιασμένος, δεν είσαι καχύποπτος. Άρχισα να το αγαπάω το ακόντιο, αισθάνθηκα σιγά-σιγά να πατάω στα πόδια μου μ΄ αυτό το άθλημα, γινόμουν σταθερός και μέχρι τα 17 μου ήμουνα ένας μέτριος ακοντιστής, ούτε πολύ μακριά οι βολές μου ούτε χαμηλά.

Ποιος σε ώθησε να μπεις στον αθλητισμό και να συνεχίσεις;
Οι γονείς μου. Ο πατέρας μου με στήριξε, με έσπρωξε, ήταν φορές που έβρεχε κι έλεγα, έφηβος «καλύτερα να κάτσω σπίτι σήμερα…»… Εκείνος με ξεσήκωνε για προπόνηση, υπήρξε φορά που με πήγε και με το ζόρι. Ο πατέρας μου έπαιζε ποδόσφαιρο στον Εθνικό Πειραιώς και είχε αθλητική παιδεία, κι αυτό πέρασε και στο δικό μου DNA.

Πότε ξεκίνησαν οι καλές βολές;
Στα 17 μου ξεκίνησε για εμένα η ανοδική πορεία και οι μεγάλες βολές. Ζούσα στη Ρόδο, πήγαινα στο Τεχνικό Λύκειο, έκανα πολύ προπόνηση και όνειρό μου ήταν να μπω στην Εθνική Ομάδα και να κερδίσω μετάλλιο. Από το πουθενά εκείνη τη χρονιά έκανα έναν πολύ καλό αγώνα στην Αθήνα. Έριξα σε σχολικούς αγώνες 67,5 μέτρα και κέρδισα το Πανελλήνιο Σχολικό Πρωτάθλημα. Μάλιστα, για εκείνη τη χρονιά και μετά από αυτή την επίδοση ήμουν μεταξύ των μαθητών,  απ΄ όλη την Ελλάδα που βράβευσε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, τόσο για τις σχολικές μου επιδόσεις όσο και για τις αθλητικές. Επέλεξαν εμένα από το Αιγαίο.

Τι ήταν για εσένα τότε αυτό;
Αυτό ήταν για εμένα από τις μεγαλύτερες στιγμές. Είχα φανταστεί ότι θα είναι πιο απλό, στην πραγματικότητα ήταν εντυπωσιακό και είχε πολύ συγκίνηση. Μου δημιούργησε φτερά ώστε να επιμείνω περισσότερο, να δώσω ό,τι καλύτερο μπορώ αφού είχε ήδη αναγνωριστεί η προσπάθειά μου. Ήμουν πια 18 χρονών, ξεκίνησα να κάνω προπόνηση πιο εντατικά, κι έτσι άρχισε και η άνοδός μου και οι επιτυχίες που έκανα εκείνη τη χρονιά. Ήμουν ακόμα στην κατηγορία των 18-19 ετών, στην κατηγορία των Εφήβων.

Εκείνη την περίοδο έριξες μια μεγάλη βολή!
Στον πρώτο μου αγώνα εκείνης της χρονιάς τον οποίο παρότι έκανα πρωί που δεν γίνονται μεγάλες επιδόσεις, τον κέρδισα με μια πολύ καλή βολή στα 68,78 που έγινε και το ρεκόρ μου. Αγωνιζόμουν με τον Γιάννη Σμαλιό σ΄ εκείνο τον αγώνα, έναν πολύ καλό ακοντιστή ο οποίος ήταν ήδη στην κατηγορία Νέων, κι εγώ στην κατηγορία των Εφήβων. Η επίδοσή μου αυτή ήταν η 17η επίδοση όλων των εποχών στην Ελλάδα. Το 2008, κέρδισα το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα των Εφήβων και μπήκα και στην Εθνική Ομάδα Εφήβων. Στη συνέχεια αγωνίστηκα στο Βαλκανικό Πρωτάθλημα Εφήβων που έγινε στην Τουρκία, αλλά πέραν του ότι ήμουν εκτός σαιζόν ήμουνα και τραυματισμένος κι έριξα 57 μ.

Ξεπέρασες όμως αυτό τον πρώτο τραυματισμό.
Μετά το ρεκόρ του 68,78 που έγινε τον Απρίλιο του 2009, συνέχιζα τις προπονήσεις κάνοντας ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια γι αυτό και κάθε φορά έριχνα και πιο μακριά. Έφτασα τα 70 μ. τα 72 μ. τα 73 μ. Και τότε πάνω σε μία βολή τραυματίστηκα.   Δυστυχώς στο ακόντιο μπορείς εύκολα να τραυματιστείς. Αυτό μ΄ άφησε εκτός γηπέδων αρκετό καιρό. Πήγα στην Αθήνα για θεραπεία ώστε να επανέλθω γρήγορα γιατί εκείνη τη χρονιά κυνηγούσα το όριο για τους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες. Με τραυματισμό έριξα 63 μ. και 64 μ. και κυνηγούσα να πιάσω για δεύτερη φορά τα 68 μ. που ήταν προϋπόθεση για την ελληνική Ομοσπονδία για να λάβω μέρος στους Πανευρωπαϊκούς. Δεν τα κατάφερα και απογοητεύτηκα. Αν ήμουνα σ΄ άλλη χώρα που τα όρια ήταν μικρότερα θα περνούσα με την βολή των 68 μέτρων που ήδη είχα κάνει.

Δεν τα κατάφερες να επιστρέψεις στα γήπεδα;
Η ομάδα μου ο Διαγόρας με βοήθησε όσο μπορούσε για τις θεραπείες μου, αλλά εγώ σ΄ εκείνη τη φάση χρειαζόμουν δυνατή στήριξη για να ξεπεράσω τον τραυματισμό μου και να επαναλάβω την επίδοση που ήδη είχα κάνει. Αυτά δεν υπήρξαν. Είχα ήδη αποφασίσει ότι δεν θα πάω στο πανεπιστήμιο για να αφοσιωθώ στον αθλητισμό, αλλά μετά απ΄ αυτό που έγινε και ήμουνα ήδη 19 χρονών, έπρεπε να αποφασίσω για το μέλλον μου. Κατάλαβα από μικρός, από τις αρχές της πορείας μου στον αθλητισμό πως η στήριξη και η προσπάθεια από πλευράς παραγόντων έρχονται μόνον όταν έχεις επιτυχίες! Θυμάμαι ότι μέχρι να κερδίσω το Πανελλήνιο το 2008 δεν είχαν ασχοληθεί μαζί μου. Όταν γύρισα από το ταξίδι όλοι ήθελαν να φωτογραφηθούν μαζί μου. Προσπαθείς από μικρός, αγωνίζεσαι, τρέχεις στα γήπεδα μέσα στη λάσπη, στις βροχές, κάποια στιγμή μετά από μεγάλη προσπάθεια έρχεται η επιτυχία και τρέχουν όλοι δίπλα σου… Μετά συμβαίνει μια στραβή, ένας τραυματισμός και μένεις πάλι μόνος σου με την οικογένειά σου να είναι πάντα κοντά σου. Εκείνη την ώρα πρέπει να βάλεις προτεραιότητες. Εγώ σ΄ εκείνη τη φάση δεν είχα την ψυχική δύναμη να το σκεφτώ. Πήγα φαντάρος, έγινα πιο ρεαλιστής, αποφάσισα δηλαδή ότι έτσι είναι τα πράγματα.

Τι θα έλεγες στους γονείς που βλέπουν ότι τα παιδιά τους έχουν ένα ταλέντο σε κάποιο άθλημα;
Εγώ δεν μπορώ να βλέπω παιδιά με το τάμπλετ στο χέρι και να είναι 8 και 9 χρονών. Πρέπει οπωσδήποτε να μπουν σ΄ ένα άθλημα, μια δραστηριότητα. Αυτό θα τα κάνει πιο ανταγωνιστικά, αλλά μέσα σε όρια και κανόνες, θα τα κάνει πιο μαχητικά, θα τους μάθει τον τρόπο να διεκδικούν κάτι παραπάνω και να το πετυχαίνουν. Κι αυτό γίνεται πάντα με σκληρή δουλειά και υπομονή. Ο πρωταθλητισμός είναι άλλο πράγμα. Ο αθλητισμός σε δυναμώνει, σε σκληραίνει μερικές φορές, σε ωριμάζει, γιατί η ήττα σε μαθαίνει να τη διαχειρίζεσαι και είναι πιο πολλές οι ήττες από τις νίκες.

Απόψε αγωνίζεται στα προκριματικά των παραολυμπιακών αγώνων ο Μιχάλης Σεΐτης, και τις επόμενες μέρες ο Θανάσης Μπαράκας. Τι εύχεσαι στους Ροδίτες αθλητές; 
Εύχομαι καλή επιτυχία και στους δύο. Το Σεΐτη τον γνωρίζω,  είναι ένας εκπληκτικός άνθρωπος και αθλητής. Εύχομαι να δείξουν σε όλους τη δύναμη που έχουν μέσα τους, να δείξουν τη ψυχή τους και να μας κάνουν περήφανους.