Η μοναξιά πιο επικίνδυνη  και από την παχυσαρκία  για την υγεία μας

Η μοναξιά όχι μόνο μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο θάνατο, αλλά είναι πιο επικίνδυνη και από την παχυσαρκία, σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Ψυχολογίας.

Η έρευνα, η μεγαλύτερη του είδους της μέχρι σήμερα, αναδεικνύει τη μοναξιά σε μείζον πρόβλημα για τη δημόσια υγείας, διεθνώς.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Μπρίγκαμ Γιανγκ, με επικεφαλής την καθηγήτρια Ψυχολογίας Τζούλιαν Χολτ-Λούνσταντ, ανέλυσαν στοιχεία από 218 μελέτες, σχετικές με τις επιπτώσεις της μοναξιάς και της κοινωνικής απομόνωσης στην υγεία. Οι έρευνες αφορούσαν συνολικά περίπου 3,7 εκατομμύρια ανθρώπους.

Από την επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι, κατά μέσο όρο, οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν περίπου 50% αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου πριν τα 70 έτη ζωής, ενώ οι παχύσαρκοι 30%.

Οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν, επίσης, 30% μεγαλύτερη πιθανότητα να υποστούν έμφραγμα ή εγκεφαλικό επεισόδιο.

Να σημειωθεί ότι η έλλειψη φίλων, σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, συνδέεται με αυξημένο στρες, αλλά και με αυξημένα επίπεδα μιας πρωτεΐνης που ενισχύει τον κίνδυνο θρόμβωσης.

Οι ερευνητές εξηγούν ότι η μοναξιά αυξάνει σημαντικά μετά τη συνταξιοδότηση, γι' αυτό είναι σημαντικό κανείς να προετοιμάζεται κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά για εκείνη τη στιγμή.

Παρόλο που η κοινωνική σύνδεση με άλλους ανθρώπους συνιστά μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη, ζωτική για την ευημερία και την επιβίωση, ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού βιώνει συχνά την εμπειρία της απομόνωσης. Αρκετοί άνθρωποι δεν βλέπουν κανένα συγγενή ή φίλο τους στη διάρκεια ενός μήνα και έχουν την τηλεόραση ως μόνη συντροφιά.

Το πρόβλημα πλέον δεν αφορά μόνο ηλικιωμένους, αλλά και άτομα ηλικίας 18 έως 35 ετών, καθώς επίσης εφήβους.

Η σταδιακή γήρανση του παγκόσμιου πληθυσμού αναμένεται να επιδεινώσει το πρόβλημα της μοναξιάς.«Πολλές χώρες σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με μια επιδημία μοναξιάς και το πρόβλημα θα επιδεινωθεί. Η πρόκληση που αντιμετωπίζουμε, είναι τί μπορούμε να κάνουμε γι' αυτό», διερωρτήθηκε η Δρ Χολτ-Λούνσταντ.

Πηγή: health.in.gr