Η μαύρη πείνα στη Ρόδο του πολέμου

Για τρία χρόνια δοκιμάστηκε από μεγάλη πείνα η Ρόδος: το 1943, το 1944 και ο θλιβερός επίλογος γράφτηκε από το Νοέμβριο του 1944 έως το 1945 όταν τα σκελετωμένα πτώματα μεταφέρονταν με τα καροτσάκια των οικοδομών στο νεκροταφείο.

Οι κάτοικοι της πόλης  δοκιμάστηκαν  περισσότερο σε σχέση με τους κατοίκους των χωριών οι οποίοι  καλλιεργούσαν κρυφά από τους Γερμανούς  ό,τι μπορούσαν για την επιβίωσή τους, κι έσπευδαν να συνδράμουν και την πόλη.

Το χρονικό της μαύρης πείνας, αλλά και τη βοήθεια που έστειλαν οι Άγγλοι στις 18 Φεβρουαρίου 1945 - οι οποίοι ήταν αυτοί ωστόσο που βομβάρδιζαν τις αποθήκες των τροφίμων- δίνει με γλαφυρό τρόπο ο Στάμος Παπασταματίου ο οποίος έχει ανατρέξει σε σειρά ιστορικών ντοκουμέντων, ενώ διαθέτει και σπάνιες φωτογραφίες που συνοδεύουν του λόγου το αληθές.

Ήδη από το 1942 όλα προμήνυαν τι θα ακολουθήσει και πως ένα μεγάλο σύννεφο, αυτό της πείνας, θα καλύψει τον κάτωχρο ουρανό της ζωής των Ροδίων. Η αγωνία ήταν  διάχυτη υπήρχαν ελλείψεις σε κάθε είδους ζωοτροφής ενώ ήδη έλειπε κι ο επιούσιος, « ούτε ψίχουλο δεν έπεφτε από το τραπέζι των κυρίων»  όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Η Ρόδος άλλωστε δεν είχε ποτέ αυτάρκεια σε τρόφιμα.  Τα περισσότερα έρχονταν από την Ιταλία, την Τουρκία και απ΄ αλλού. Όταν μάλιστα ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων αυξήθηκε από  Ιταλούς, Γερμανούς και τις οικογένειές τους,  αλλά και το στρατό των δύο πλευρών, τα πράγματα δυσκόλεψαν ακόμα περισσότερο.

Οι Άγγλοι βομβαρδίζουν τις αποθήκες
Όλα αυτά τα χρόνια οι βομβαρδισμοί ήταν πυκνοί, ο αποκλεισμός από τα περιπολούντα αγγλικά πολεμικά τα οποία δεν επέτρεπαν την προσέγγιση κανενός πλωτού μέσου στο λιμένα ή σε κάποιο ορμίσκο, ήταν σκληρός. Μέχρι που οι Άγγλοι για να μην τροφοδοτηθούν οι Γερμανοί στρατιώτες, βύθισαν στις 11 Οκτωβρίου του 1944 και το πλοίο που μετέφερε 90 τόνους τροφίμων από τη Λέρο από τις αποθήκες του στρατού, και θα διατίθεντο «για τον πληθυσμό»  όπως ψευδώς ισχυρίσθηκε ο γερμανός διοικητής  Wagener. 

Οι Γερμανοί λεηλάτησαν τις κρατικές αποθήκες  (Ente), που τροφοδοτούνταν από την τοπική παραγωγή, την οποία υποχρέωναν τους χωρικούς να καταθέτουν.  Οι  Γερμανοί επιτάσσουν σπίτια, το δε περίφημο Approvvigionamento, την 4η Ιουνίου 1944 με τα έλαια, τα τυριά τα ζυμαρικά και τα άλευρα για τον πληθυσμό, ανατινάζονται από τις βόμβες των Άγγλων και καταπλακώνονται κάτω από τα ερείπια.

Το αποκορύφωμα όλων αυτών των δεινών ήταν το διάταγμα των Γερμανών που επέβαλε την ποινή του θανάτου στον καθένα που θα έκλεβε είδη τροφίμων, κηπευτικών και παντός είδους χορταρικών. Ούτε χόρτα δεν μπορούσαν να βγάλουν φανερά από τα χωράφια τους οι Ροδίτες.

Η ποινή του θανάτου δεν εφαρμόσθηκε μόνο για τους ιταλούς στρατιώτες, αλλά και για Ροδίτες, για πώληση κρέατος στη μαύρη αγορά, καθώς και σε υπάλληλο της καπνοβιομηχανίας διότι βρέθηκαν μερικά πακέτα τσιγάρα στην κατοχή του.

Ο  λιμοκτονών λαός που μέχρι τότε έπαιρνε 100 γραμμάρια ψωμιού έκαστος τα οποία τον Νοέμβριο του 1944 μειώθηκαν στα 70 και στη συνέχεια δεν έπαιρνε τίποτα, ζητιάνευε εκείνο το αλησμόνητο ομοίωμα μαύρου ψωμιού από ασπορδίλλους και άχυρο (μπανιότα)και θεωρούσε προτιμότερο να τον πυροβολήσουν  παρά να έχει βραδύ θάνατο από πείνα.

Σκελετοί και πτώματα στους δρόμους
Το θέαμα σε όλους τους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης ήταν οδυνηρό αφού έβλεπες σκελετούς να περπατούν με διογκωμένους τους οφθαλμούς και το βλέμμα έξαλλο και το χέρι να τρέμει και να είναι απλωμένο στους διαβάτες,  για ελεημοσύνη. Κανένας δεν έδινε γιατί κανένας δεν είχε.

Εκείνοι που μπορούσαν ακόμα να σταθούν στα πόδια τους τα έσερναν ως το Μαντράκι για να επιτύχουν μια θέση στις φελλούχες (αυτοσχέδιες βάρκες) που θα μπορούσαν να τους πάνε προς Μαρμαρίς. Πολλές φορές οι φελλούχες αυτές τους έστελναν στον υγρό τάφο όπως συμβαίνει και σήμερα με τους πρόσφυγες.

Από το Νοέμβριο του 1944 έως τον Φεβρουάριο του 1945 πλήθαιναν αυτοί που πέθαιναν από πείνα.  Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία αλλά από τα καταφύγια της πόλης μόνο κάθε πρωί κατά τους τραγικούς αυτούς μήνες περισυνελέγοντο περί τα 20 με 30 πτώματα,  τα οποία μετέφεραν πρόχειρα με τα καροτσάκια των οικοδομών χωρίς φέρετρο και χωρίς ούτε ένα σεντόνι.

Εκείνο που παρέμεινε αλησμόνητο είναι το γεγονός της αποκρύψεως των πτωμάτων πολλών στα σπίτια τους,  για να επωφελούνται οι συγγενείς τους από το δελτίο τροφίμων.

Η βοήθεια από τους χωρικούς
Ενώπιον αυτής της συμφοράς και προς αντιμετώπισή της οργανώθηκαν συσσίτια για τη διάσωση των παιδιών και των απόρων. Αντιπροσωπεία αποτελούμενη από το δεσπότη και τους προύχοντες της πόλης (Εμμανουήλ Τσιμέτα, Μιχαήλ Χατζησταμάτη, Εμμανουήλ Χαραλάμπους, Μιχαήλ Αναστασιάδη, Ευάγγελο Φώκιαλη κ.ά), πραγματοποιούσαν εξορμήσεις στα χωριά για εξεύρεση τροφίμων και οι χωρικοί έδιναν ως βοήθεια ό,τι μπορούσε ο καθένας,  από το υστέρημά του. Το συγκεκριμένο συσσίτιο λειτούργησε στα κελιά της εκκλησίας της Μητρόπολης και προσέφερε σημαντική ανακούφιση εκείνη την τραγική περίοδο.

Οι Άγγλοι στέλνουν βοήθεια
Η Σύμη είχε γίνει αγγλική βάση και κατόπιν συνεννοήσεως μεταξύ των τριών θρησκευτικών αρχηγών αποφασίστηκε να μεταβεί εκεί τριμελής επιτροπή και να κάνει θερμή έκκληση στους Άγγλους για να βοηθήσουν και να διευκολύνουν την άμεση αποστολή τροφίμων στη Ρόδο. Η αποστολή ξεκίνησε για τη Σύμη στις 19 Ιανουαρίου 1945 υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

Ο άγγλος διοικητής της Σύμης δέχτηκε να βοηθήσει και «την 18ην Φεβρουαρίου 1945 αγκυροβόλησαν έξω από το λιμένα της Ρόδου 2 ατμόπλοια και ένα ιστιοφόρο κομίζοντα τρόφιμα». Στα πλοία επέβαινε Επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού αποτελούμενη από τους Ελβετούς Κουρβουαζιέ, Ζακινέ, Καρρέττι και Ρεμπέρ, οι οποίοι στη συνέχεια κατέλυσαν στο ξενοδοχείο των «Ρόδων».

Οι κάτοικοι της Ρόδου όταν πληροφορήθηκαν την άφιξη των πλοίων προσέτρεξαν στο Μαντράκι για να διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι τα σωτήρια καράβια είχαν φτάσει.

Επρόκειτο για καΐκια με τούρκικη σημαία που έφεραν και το έμβλημα του Ερυθρού Σταυρού. Μετέφεραν στη Ρόδο: 260 τόνους μπισκότα, 47 τόνους αλεύρι, 10 τόνους συμπυκνωμένο γάλα, 20 τόνους ξηρούς καρπούς.

Την επομένη 19η Φεβρουαρίου 1945 ετελέσθη επίσημος δοξολογία εις τον ιερό ναό Νεοχωρίου,  χοροστατούντος του Μητροπολίτου Αποστόλου. Το όνομα του αρχηγού  της Αποστολής,  του Κουρβουαζιέ εδόθη σε δρόμο της πόλης.

Η διανομή και διαχείριση των αποθεμάτων έγινε από τον Ερυθρό Σταυρό. Οι Άγγλοι είχαν θέσει ως όρο τα τρόφιμα να διανεμηθούν στον πληθυσμό και όχι στους Γερμανούς.

Η διανομή έγινε από τα εξής σημεία: Ορθόδοξη εκκλησία του Νιοχωριού, Santa Maria della Vittoria, παλιό ελληνικό γυμνάσιο στη Μητρόπολη, εκκλησία των Αγίων Αναργύρων και Τούρκικη βιβλιοθήκη της Παλιάς Πόλης.

Για την επίτευξη αυτού του στόχου και την αποστολή των τροφίμων έγιναν διαπραγματεύσεις και δόθηκαν εγκρίσεις από  τα υπουργεία της Τουρκίας, από τη Βρετανική πρεσβεία στην Άγκυρα,  από τις στρατιωτικές αρχές της Σμύρνης απ΄ όπου φόρτωσαν τα καΐκια τα τρόφιμα που βρίσκονταν σε αγγλικές αποθήκες, από την πρεσβεία της Ελβετίας στην Τουρκία, και βέβαια όλα έγιναν  με τη συγκατάθεση  των γερμανικών αρχών της Δωδεκανήσου που δε μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Ακολούθησαν κι άλλες αποστολές τροφίμων από τη Σύμη,  κι έτσι το φάσμα της πείνας άρχισε σιγά-σιγά να απομακρύνεται.

Βιβλιογραφία: Messagero di Rodi, E. Fino La trgedia di Rodi e dell Egeo, Χριστόδουλου Παπαχριστοδούλου «Ιστoρία της Ρόδου», Μητροπολίτου Ρόδου Αποστόλου «Απομνημονεύματα», Γ. Ζησιμάτου «Η Ταχυδρομική ιστορία της Ρόδου», Μητροπολίτου Καρπάθου-Κάσου Αποστόλου «Το χρονικόν της Ιταλοκρατίας της Ρόδου», «L. Pignatataro «leisole italiane dell Egeo”.
 

Άλμπουμ επετειακών γραμματοσήμων άφιξης Διεθν. Ερυθρού Σταυρού
Άλμπουμ επετειακών γραμματοσήμων άφιξης Διεθν. Ερυθρού Σταυρού 


 
Τα επετειακά γραμματόσημα με την ταχ. ημερομηνία άφιξης
Τα επετειακά γραμματόσημα με την ταχ. ημερομηνία άφιξης