Mεσαιωνολόγιο: Στα βήματα του μακάβριου χορού

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr


ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ …

Ο αλλόκοτος Χορός του Θανάτου, ευρύτερα γνωστός και ως Μακάβριος χορός, προκάλεσε διαχρονικά τόσο το ενδιαφέρον των παρατηρητών και μελετητών, ώστε να σώζονται σήμερα αρκετές πηγές περιγραφής του. Ας δούμε όμως τη δομή και τα βήματα που ακολουθούσε, στις διάφορες κουλτούρες του δυτικού κόσμου …

Ο μακάβριος χορός μπορούμε να πούμε, στηριζόμενοι στις περιγραφές των μελετητών, ότι διατηρεί ρίζες από παλαιοτέρους χορούς, διότι ο άνθρωπος πάντα ένιωθε αδύναμος μπροστά στο θάνατο και το γεγονός αυτό τον γέμιζε φόβο, τον οποίο προσπαθούσε να εκφράσει με τη ζωγραφική, με ποιήματα, με το τραγούδι και το χορό.

Ο θάνατος λοιπόν αναπαριστάνεται, την εποχή του Μεσαίωνα, στην τελετουργία του "χορού του θανάτου", σαν χορευτής, συχνά με ένα μουσικό όργανο, ο οποίος υποχρεώνει τους ανθρώπους σε οποιαδήποτε κατάσταση και ηλικία, όσο απρόθυμοι και να είναι, να χορέψουν μαζί του.

Όλοι παίρνουν μέρος στο χορό με τη σειρά, σύμφωνα με τη διαβαθμισμένη κοινωνική κλίμακα - ενάρετοι και αμαρτωλοί, πλούσιοι και φτωχοί, νέοι και γέροι. Ο αριθμός των ανθρωπίνων χαρακτήρων και η σύνθεση του χορού μπορούσαν να ποικίλουν ανάλογα με το χρόνο, τόπο και το σκοπό του καλλιτέχνη, αλλά συνήθως ήταν είκοσι τέσσερις.

Ένα ντοκουμέντο από τα αρχεία της εκκλησίας της Caudbec στη Γαλλία, περιγράφει ένα θεατρικό χορό, ο οποίος παρουσιάστηκε το 1393 και στον οποίο οι ηθοποιοί υποδύονταν τα διάφορα επαγγέλματα και τάξεις κι όπου, μετά από κάθε επανάληψη του χορού, ένας χορευτής αποσυρόταν και εξαφανιζόταν.

Στην ουσία ήταν μια αλληγορία, που έδειχνε ότι ο θάνατος είναι ο παγκόσμιος ισορροπιστής. Αναφέρει ότι: “ο θάνατος εκδικείται οτιδήποτε είναι λάθος. Και οτιδήποτε, ανεξάρτητα από το πόσο ισχυρό είναι στον κόσμο των ζωντανών, πρέπει εν τέλει να παραδοθεί σε αυτόν".

Αν και ο μακάβριος χορός χορεύονταν σε κάθε περιοχή με διαφορετικό τρόπο, οι χαρακτήρες του χορού είχαν συγκεκριμένους ρόλους: παπάς, αυτοκράτορας, καρδινάλιος, κατώτερος καλόγερος ή υποδιάκονος ή βασιλιάδες, πρίγκιπες και βαρόνοι έως χωρικοί και εργάτες.

Όπως έχει καταγραφεί, στη Γαλλία, κάθε χορευτής προχωράει ένα βήμα μπροστά, αλληλοδιάδοχος, συμφωνά με την κοινωνική του προέλευση. Ο θάνατος χορεύει γκροτέσκα, τους κάνει ερωτήσεις και τελικά τους οδηγεί όλους στον τάφο. Σ' αυτά τα θεατρικά παιχνίδια ο θάνατος εμφανιζόταν όχι ως καταστροφέας, αλλά ως αγγελιαφόρος του Θεού, ο οποίος καλούσε τα άτομα στον κόσμο, πέρα από τον τάφο, μια επινόηση γνωστή στη Βίβλο και στους αρχαίους ποιητές.

Ως προς τη δομή του τελετουργικού του χορού χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα:
Το δρώμενο του χορού του θανάτου ξεκινούσε με κήρυγμα ενός μοναχού ο οποίος αναφερόταν στο πόσο αναπόφευκτος ήταν ο θάνατος.

Στο τέλος του κηρύγματος παρουσιάζονταν οι αγγελιοφόροι του θανάτου οι οποίοι ήταν ντυμένοι με ένα καλά εφαρμοστό κιτρινωπό λινό κοστούμι το οποίο είχε ζωγραφιστεί έτσι ώστε να μοιάζει με σκελετό. Φορούσαν επίσης στο πρόσωπο και την κλασική μάσκα τού Θανάτου της εποχής.

Ένας από αυτούς συστηνόταν στο άτομο που προορίζονταν για θύμα, το οποίο καλείται για να τον συνοδεύσει πέρα από τον τάφο. Το πρώτο θύμα ήταν συνήθως ο πάπας ή ο αυτοκράτορας. Η πρόσκληση δεν γινόταν δεκτή και δίνονταν διάφοροι λόγοι για να γίνει δεκτή η απόρριψη, αλλά αυτοί κρίνονταν ανεπαρκείς και τελικά ο θάνατος οδηγούσε μακριά το θύμα του.

Ένας δεύτερος αγγελιοφόρος έπαιρνε έπειτα το χέρι ενός νέου θύματος, ενός πρίγκιπα ή ενός καρδιναλίου, τον οποίο ακολουθούσαν άλλοι που αντιπροσώπευαν τις διάφορες κατηγορίες της κοινωνίας.

Ο χορός του θανάτου συνήθως δεν είχε καθορισμένα βήματα, αλλά επικεντρωνόταν στις δραματοποιημένες κινήσεις των χορευτών και συχνά ελάμβανε τη μορφή μιας Φαραντόλας ή οποία χορευόταν σε γραμμή, όπου ο ένας κρατούσε τον άλλον από το χέρι ή κρατιόντουσαν με μαντίλια. Το μέτρο της ήταν 6/8 και τα μουσικά όργανα τα οποία χρησιμοποιούσαν συνήθως ήταν το φλάουτο και το ταμπουρίνο και χορευόταν σε όλη την Ευρώπη, κυρίως από νέους.

Όταν η ένταση έφτανε στο αποκορύφωμα, η μουσική σταματούσε κι ένας πιστός, άντρας η γυναίκα, έπεφτε κάτω, παριστάνοντας το νεκρό. Τότε άρχιζε ένας πένθιμος χορός γύρω του με κινήσεις απελπισίας.

Ακολουθούσε το “φιλί της ζωής” που το έδιναν οι χορευτές. Για τη συνέχεια υπάρχουν επίσης δύο εκδοχές:

Στην πρώτη, ο νεκρός ανασταινόταν μετά το φιλί και ξανάρχιζε ο χορός. Στη δεύτερη, ο νεκρός δεν ανασταινόταν. Η συντροφιά του αντίθετου φύλου έμενε παράμερα, πενθώντας με παντομιμικές κινήσεις, ενώ η συντροφιά του ίδιου φύλου άρχιζε πάλι το χορό. Πιθανό να ίσχυαν και οι δύο εκδοχές, αλλά σε διαφορετικές πόλεις.

Ωστόσο, το φιλί αυτό ήταν μοιραίο. Αντί για ζωή έφερνε το σπέρμα του θανάτου, γιατί οπωσδήποτε κάποιος από τους πιστούς έφερε το μικρόβιο της αρρώστιας, το οποίο μετέδιδε με το φιλί.

Ο σκοπός αυτών των δρωμένων ήταν να κατανοηθεί η αλήθεια, ότι δηλαδή όλοι οι άνθρωποι κάποτε θα πεθάνουν και πρέπει επομένως να προετοιμαστούν για να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστή τους. Η σκηνή των δρωμένων αυτών ήταν συνήθως το νεκροταφείο ή η αυλή της εκκλησίας.

Η εκκλησία, που θεωρείται ότι ακμάζει μεταξύ 11ου και 12ου αιώνα, ήταν ανίσχυρη να δράσει στο φαινόμενο αυτό. Σε γενικές γραμμές, τις περισσότερες φορές επέτρεπε τη διεξαγωγή του μακάβριου χορού και άλλων παρεμφερών χορών, όταν δεν αντικρουόταν με τα ήθη της εποχής. Στο μοναδικό τομέα που κράτησε καθορισμένη γραμμή ήταν στο να μη διεξάγεται μέσα στα νεκροταφεία.

Στη Φλωρεντία (1559) ο "θρίαμβος του θανάτου" (Triumph of Death) αποτέλεσε ένα μέρος του εορτασμού του καρναβαλιού. Μπορούμε να τον περιγράψουμε ως έξης: Μετά από τη δύση του ήλιου, ένα τεράστιο βαγόνι εμπορευμάτων, βαμμένο μαύρο και συρόμενο από βόδια, παρέλαυνε στους δρόμους τις πόλης. Στο πίσω μέρος της άμαξας υπήρχε ο άγγελος του θανάτου που φυσούσε τη σάλπιγγα.

Στην κορυφή του βαγονιού στεκόταν μια μεγάλη φιγούρα του θανάτου, που κράταγε ένα δρεπάνι και γύρω του υπήρχαν φέρετρα. Γύρω από τα βαγόνια ήταν τάφοι που άνοιγαν, οπότε η πομπή σταματούσε. Άτομα, ντυμένα με μαύρα ενδύματα, στα οποία ήταν ζωγραφισμένα κρανία και κόκαλα, κάθονταν στην άκρη των τάφων και τραγουδούσαν μοιρολόγια για τη συντομία της ανθρωπινής ζωής.

Πριν και μετά από το βαγόνι υπήρχαν άτομα με μαύρους και άσπρους φανούς και μάσκες, που συμβόλιζαν το θάνατο, που ακολουθούνταν από σημαίες που είχαν ως εμβλήματα: κρανία, κόκαλα και τους σκελετούς. Ενώ βάδιζε η πομπή, όλοι τραγουδούσαν τον 51ο Ψαλμό του Δαυίδ.

Στη Γερμανία, ο χορός του θανάτου ήταν γνωστός με το Όνομα του Αγίου Βίτου, προστάτη κατά της αρρώστιας. Ο χορός ήταν μια Φαραντόλα που εξελισσόταν σε ομαδική υστερία. Το θάνατο τον παρίσταναν σαν το πιο άθλιο πτώμα, γεμάτο φίδια, με πρησμένη και ανοιγμένη κοιλία και τα εντόσθια κρεμασμένα.

Πάρα τις απαγορεύσεις από την εκκλησία, ο χορός του θανάτου αναφέρεται ότι χορευόταν σε πολλές χώρες μέχρι το 18ο αι. μέχρι και το 1930 σε ορισμένες περιφέρειες της Καταλονίας, ως μέρος των εκκλησιαστικών πομπών, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας.

ΠΗΓΕΣ:
www.lib.umich.edu
www.artofwise.gr

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ευαγγελιδη, Α. (1991), Χοροί του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη.
Kennedy. D. (1950), England's Dances. London: G. Bell and Sons Ltd.
Kraus, R. (1980), Η ιστορία του χορού. Αθήνα: Εκδοσεις Νεφέλη.
Περιοδικό «Φυσική Αγωγή – Αθλητισμός – Υγεία» τεύχος 18-19 Δεκέμβριος 2005