Μεσαιωνολόγιο: «Το δόγμα της συμπάθειας - Νεοπλατωνισμός και αποκρυφισμός στη βυζαντινή παράδοση»

Tης Άννας Αχιολά
info@medievalfestival.gr

 

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ …

Στο Μεσαιωνολόγιο αυτό θα επικεντρωθούμε στον τρόπο με τον οποίο οι Βυζαντινοί διανοούμενοι του 14ου αιώνα αντιλαμβάνονταν το ρόλο των επιστημών.

Θα καταδείξουμε ότι οι επιρροές που είχαν δεχθεί οι Βυζαντινοί από τη νεοπλατωνική φιλοσοφία, τους ωθούσαν σε παρεκκλίσεις από το Ορθόδοξο Χριστιανικό δόγμα. Με άλλα λόγια, η προχωρημένη κοσμική εκπαίδευση, κατά την περίοδο αυτή, ωθούσε ορισμένους διανοούμενους σε παρεκκλίσεις από τις καθιερωμένες Χριστιανικές αντιλήψεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως τάσεις αποκρυφισμού…

Η βυζαντινή σκέψη είχε υιοθετήσει τη νεοπλατωνική κοσμολογία, και το γεγονός αυτό καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο οι διανοούμενοι αντιλαμβάνονταν τις επιστήμες. Επρόκειτο για μία αντίληψη του σύμπαντος, την οποία υποστήριζε το φιλοσοφικό δόγμα της ενότητας του κόσμου και της αλληλεξάρτησης όλων των μερών του, το γνωστό ως «δόγμα της συμπάθειας».

Σύμφωνα με τη νεοπλατωνική θεωρία, τα μέρη του σύμπαντος συνάπτονται με μία κοσμική συμπάθεια. Επ’ αυτής της συμπάθειας θεμελιωνόταν η ιδέα μίας παγκόσμιας αρμονίας, την οποία εθεωρείτο ότι ο άνθρωπος μπορούσε να συλλάβει μέσω του νου του, δηλαδή του θείου μέρους του. Το δόγμα της ενότητας του κόσμου και της συμπάθειας που ενώνει τα μέρη του ήταν δόγμα από την Ελληνιστική κιόλας εποχή, όμως ο νεοπλατωνισμός ήταν αυτός που επέβαλε την τελική του μορφή.

Σύμφωνα με τον Πλωτίνο, ο υλικός κόσμος αποτελεί την έκφραση του νοητού, και σχηματίζει ένα σύμπαν, του οποίου τα μέρη είναι αρμονικά συνδεδεμένα. «Όλη την ενότητα του σύμπαντος τη διέπει συμπάθεια. Αυτή είναι ενιαία όπως ένας ζωντανός οργανισμός, και αυτό που είναι απομακρυσμένο στην πραγματικότητα είναι κοντινό, όπως ακριβώς στα επιμέρους ζώα το νύχι, το κέρατο, το δάχτυλο και ό,τι άλλο, που δεν είναι συνεχόμενο…

Όλα τα όντα συμπλέκονται σε μία ενότητα και διαθέτουν μία αξιοθαύμαστη αρμονία, και από τα μεν προκύπτουν τα δε, ακόμα και από τα αντίθετά τους». Δεδομένου δε ότι τα όντα και τα γεγονότα θεωρούνταν ως αλληλοσυσχετιζόμενα, οι νεοπλατωνικοί πίστευαν ότι ήταν δυνατόν να γνωρίσουμε το ένα από το άλλο. Υπ’ αυτή την έννοια, σοφός εθεωρείτο αυτός που μπορούσε να συλλάβει αυτόν τον συσχετισμό: «Το παν είναι πλήρες σημείων, και σοφός είναι αυτός που συμπεραίνει το ένα πράγμα από το άλλο».

Το δόγμα της συμπάθειας χρησίμευε, επιπλέον, ως θεμέλιο σε κάθε μορφή μαντείας, μαγείας και δεισιδαιμονίας (οι οποίες παρέμειναν ζωντανές κατά τη βυζαντινή περίοδο επίσης). Ευνοούσε την αφύπνιση νεοπυθαγόρειων δογμάτων, και γενικά έτρεφε τον αποκρυφισμό (την αριθμολογία, τη μαγεία, την αστρολογία….) και έκανε έτσι ώστε, να αναγεννιούνται οι διάφορες απόκρυφες θεωρίες της ύστατης Αρχαιότητας.

Ο Πλάτων, στον Τίμαιο και στην Πολιτεία, θεώρησε τους αριθμούς ως μία ενδιάμεση σφαίρα μεταξύ των αισθητών και των νοητών. Αυτή η αντίληψη είναι πολύ διαδεδομένη μεταξύ των νεοπλατωνικών. Σύμφωνα με αυτούς, οι μαθηματικές επιστήμες μας εξοικειώνουν με τα ασώματα πράγματα. Έτσι ο Πλωτίνος έλεγε ότι: «πρέπει να παιδαγωγούνται οι νέοι μέσω των μαθηματικών, ώστε να συνηθίσουν την ασώματη φύση».

Σύμφωνα με τον Πρόκλο, τα μαθηματικά καθαίρουν τη διανοητική σκέψη και διευκολύνουν το πέρασμά της από τη σφαίρα του αισθητού, στη σφαίρα των νοητών.

Επίσης ο Ιωάννης Φιλόπονος στο υπόμνημά του στο Περί Ψυχής του Αριστοτέλη αναφέρει ότι: «η ψυχή που οδεύει προς την τελειότητά της, πρέπει, κατά πρώτο λόγο, να ενεργεί σύμφωνα με τη συλλογιστική σκέψη, η οποία καταπιάνεται με τα ενδιάμεσα πράγματα.

Τέτοιου είδους είναι όσα προκύπτουν ως αποτέλεσμα συλλογισμού (τα διανοητά), όπως για παράδειγμα η ψυχή μας και η σχετική με αυτήν θεωρία, και περαιτέρω και τα μαθηματικά, ούτως ώστε η ψυχή μας, έχοντας συνηθίσει να ενεργεί, όσον αφορά αυτά, κατά τρόπο άυλο, (καθώς πορεύεται διά τέτοιας μεθόδου) να προχωρήσει στη συνέχεια και σε αυτά που είναι εντελώς χωριστά από την ύλη, εννοώ τα θεία».

Με άλλα λόγια, τα μαθηματικά, κατά τους νεοπλατωνικούς, αποσκοπούσαν σε μία καθαρά διανοητική-μεταφυσική αναζήτηση και όχι σε συλλογισμούς πρακτικής φύσεως. Είχαν λοιπόν αυτά, μια καθαρά μεταφυσική διάσταση. Η πίστη στην επιρροή των άστρων επί των γήινων γεγονότων ήταν και αυτή, επίσης, βασισμένη στο δόγμα της παγκόσμιας συμπάθειας.  Εθεωρείτο ότι η συμπάθεια καθόριζε, επίσης, τη σχέση μεταξύ ουρανού και γης.

Αν και πολλοί πιστεύουν ότι η ανάπτυξη ανεξάρτητης φιλοσοφίας σταμάτησε με την επικράτηση του χριστιανισμού, καθώς ο στοχασμός των βυζαντινών αναλώθηκε για να στηρίξει τη θρησκευτική πίστη και είχαν μόνο μια απλή ενασχόληση με τα φιλοσοφικά κείμενα της αρχαιότητας, στην πραγματικότηται υπήρξε φιλοσοφικός στοχασμός στο Βυζάντιο, είτε ως προσπάθεια να εδραιωθεί η πίστη, είτε ως μελέτη και σχολιασμός αρχαίων φιλοσοφικών κειμένων. Σίγουρα, η φιλοσοφία πριν τον 14ο αιώνα ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη Θεολογία και η βυζαντινή διανόηση είναι κυρίως θεολογική διανόηση.

Μόλις πριν την αρχή της μεσαιωνικής περιόδου, τον 4ο και 5ο μ.Χ., αιώνα δέσποζε η επίδραση της νεοπλατωνικής σκέψης. Οι εκπρόσωποι όμως της κίνησης αυτής είτε προσπαθούσαν να συμβιβάσουν τον Χριστιανισμό προς τη διδασκαλία του Πλωτίνου, είτε απέρριπταν τον Χριστιανισμό διότι δεν συμβιβαζόταν προς αυτήν.

Στη μέση βυζαντινή περίοδο η φιλοσοφική σκέψη παίρνει πλέον μια ιδιότυπη μορφή και κυριότερος εκπρόσωπος της χριστιανικής φιλοσοφίας θεωρείται ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Από τα μέσα του 9ου αι. σημειώθηκε μια πνευματική κίνηση που είχε σαφή κατεύθυνση προς την ελληνική παιδεία.

Κατόπιν, τον 11ο αιώνα, στη φιλοσοφική αναγέννηση που σημειώθηκε στο Βυζάντιο, δεσπόζει ο Συμεών, ο νέος θεολόγος που αντιπροσωπεύει το μυστικισμό, ενώ στην αναβίωση των νεοπλατωνικών αντιλήψεων σε χριστιανικό πλαίσιο πρωταγωνιστεί ο Μιχαήλ Ψελλός, αξιόλογος λόγιος και φιλόσοφος, που εκπροσωπεί τον ορθολογισμό και έχει προσήλωση προς τον Πλάτωνα.

Τέλος, στην ύστερη Βυζαντινή περίοδο η φιλοσοφική παραγωγή δεν παρουσιάζει καμία σύλληψη πρωτότυπων φιλοσοφικών συστημάτων, αλλά παρόλα αυτά γράφτηκαν πολλά έργα που στόχευαν αφενός στην αναζήτηση φιλοσοφικής σκέψης διαφορετικής από τη χριστιανική θεολογία, αφετέρου στη διάδοση και αφομοίωση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Η ελληνική και η χριστιανική φιλοσοφία παρέμειναν βασικά αντίθετες.

Οι Βυζαντινοί όμως φιλόσοφοι επεξεργάστηκαν την κλασική φιλοσοφική σκέψη και τη συνδύασαν με τη σκέψη των πατέρων της Εκκλησίας με ενδιαφέροντα τρόπο, μετέγραψαν τα έργα του Αριστοτέλη και τα ερμήνευσαν με πρωτότυπο τρόπο. Μάλιστα, στο τέλος αυτής της περιόδου ανέπτυξαν έντονη διαφωνία σχετικά με την υπεροχή του αριστοτελισμού ή του πλατωνισμού ως φιλοσοφικών συστημάτων.

Εκπρόσωπος της τελευταίας αυτής αναλαμπής ήταν ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων (15ος αι.), ο έσχατος των Βυζαντινών και πρώτος των Νεοελλήνων. Ο Πλήθων, όπως μερικούς αιώνες νωρίτερα και ο Μιχαήλ Ψελλός, επιχείρησε την αποσύνδεση της φιλοσοφίας από τον χριστιανικό εναγκαλισμό.

ΠΗΓΕΣ
www.pemptousia.gr

P. Merlan, “Greek Philosophy from Plato to Plotinus”, The Cambridge History of later Greek and Early Medieval Philosophy, εκδ. A. H Armstrong, Cambridge 1980

Διον. Ζακυθηνός, Βυζάντιον. Κράτος και Κοινωνία, Ιστορική Επισκόπησις, Ίκαρος, Αθήνα 1951
 

Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων
Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων