Το «Σκίτσο ενός καλοκαιριού»

Ανατολική Γερμανία, Πότσνταμ, καλοκαίρι του 1985. Σε μια χώρα του υπαρκτού σοσιαλισμού ή του γραφειοκρατικού καπιταλισμού αν θέλετε – για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους – εκεί  όπου πολλά βιβλία ήταν πραγματικά σπάνια και δεν τα αποκτούσες εύκολα, εκεί όπου παρά το γεγονός ότι η αμφισβήτηση ποινικοποιούταν από την δικτατορική επιβολή του κομμουνιστικού  κόμματος, εκεί ήταν που οι μουσικές μόδες περί τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 έκαναν την εμφάνισή τους στους νέους έστω και καθυστερημένα, από το new wave μέχρι το dark wave και τα πρώτα electro, μέχρι τα κιτς ακούσματα του συρμού, συνοδευόμενα με  την αντίστοιχη alternative εμφάνιση και συμπεριφορά ή την καθωσπρέπει νοοτροπία σύμφωνα με τις επιταγές της Ανατολής.

Τα club και οι ερωτικές ιστορίες, οι οάσεις και διέξοδοι της νεολαίας ήταν η αφορμή για τον 50χρονο Αντρέ Κούμπιτσεκ που ζει και εργάζεται ως συγγραφέας στο Βερολίνο, για να δημιουργήσει τα απομνημονεύματα μιας γενιάς – για πολλούς αδικοχαμένης – σε Ανατολή και Δύση,.

Η διαφορά είναι πως εδώ η ιστορία εκτυλίσσεται στην γκρίζα Ανατολική Γερμανία, με τις απαγορεύσεις και την « στρατευμένη τέχνη του λαού», τα ακούσματα και την δυσκολία να μελετήσει κανείς απαγορευμένους συγγραφείς που στην Δύση – παρά τις παθογένειες - ήταν πιο εύκολα να έχεις πρόσβαση.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο βιβλίο «δεν πα να είχες όλα τα λεφτά του κόσμου, να διέθετες φράγκα, ποιοτικά βιβλία όμως δεν υπήρχαν». Και όταν φύσηξε ο άνεμος της υποτιθέμενης αλλαγής, «όταν εξέλειψε η απαγόρευση βιβλίων που προωθούσαν ρεβανσισμό γιατί τα πρότυπά του άλλαξαν, τα βιβλιοπωλεία του λαού γέμισαν με πλακάδες, υδραυλικούς και μηχανικούς αυτοκινήτων με προφανή σκοπό να κλείσουν ανοιχτούς λογαριασμούς με την παιδική τους ηλικία». Αυτή ήταν η πραγματικότητα.

Το «σκίτσο ενός καλοκαιριού» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσει κανείς αν πραγματικά θέλει να γνωρίσει τις αντιφάσεις της δεκαετίας του ΄80 σε μια χώρα του ανατολικού μπλοκ, όπου κάθε ιδιαιτερότητα κυριολεκτικά απορροφούταν από τους νέους της εποχής. Αντιφάσεις όμως που χαρακτήρισαν και μια ολόκληρη γενιά σε Δύση και Ανατολή.

Οι συζητήσεις, οι μόδες, το απολιτίκ, η εναλλακτική μουσική, τα ταξίδια, η ποίηση και ένα δυναμικό flash back 35 χρόνια πριν. Και για να μην λησμονήσουμε την υπόθεση του βιβλίου κατά κυριολεξία.    

Ο δεκαεξάχρονος Ρενέ μένει ολομόναχος στο σπίτι για τις διακοπές με 1000 μάρκα που του άφησε ο πατέρας του. Μαζί με τους φίλους του, Ντιρκ, Μίχαελ και Μάριο, εξερευνούν την πόλη τους, διαβάζουν Μπωντλέρ, πίνουν, καπνίζουν και ερωτεύονται. Η φιλία, τα βιβλία, η μουσική, τα κορίτσια που θέλουν να κατακτήσουν μονοπωλούν τον χρόνο τους.

«Η ανάμνηση μιας υπέροχης στιγμής, όσο απομακρυνόμαστε, ξεθωριάζει, μέχρι που στο τέλος δεν μένει τίποτε. Το πολύ - πολύ να θυμόμαστε ότι θυμόμαστε από ένα όνειρο, όταν ξυπνήσουμε το επόμενο πρωί….Μια ιδέα.» «Ήταν πολύ λυπητερό αυτό». «Με συγχωρείς». «Αλλά επίσης όμορφο - λυπητερό αλλά όμορφο.» «Μου αρέσει όταν κάτι είναι λυπητερό και παράλληλα όμορφο». Γι΄αυτό κυκλοφορείς στα μαύρα;» «Μπορεί.».

Διάλογοι μεταξύ νέων σε κάποια μυστική γωνιά της πόλης με φόντο τα εφηβικά όνειρα. Λέξεις για το μέλλον και εντυπώσεις από την γκρίζα καθημερινότητα. Παρόλα αυτά όμως κάθε γενιά ελπίζει για το καλύτερο.  ]

Πρόκειται για ένα - σε τελική ανάλυση - αισιόδοξο μυθιστόρημα για την αιώνια νεότητα από τον Αντρέ Κούμπιτσεκ, αυτόπτη μάρτυρα της εποχής του υπαρκτού σοσιαλισμού και της κατάρρευσής του. Η γλυκόπικρη, ρομαντική εποχή της εφηβικής αμφισβήτησης με φόντο την ψυχροπολεμική καθημερινότητα της Ανατολικής Γερμανίας.