Μεσαιωνολόγιο: Πώς διασώθηκε η αρχαία ελληνική  κληρονομιά τον Μεσαίωνα

Γράφει η Άννα Αχιολά
info@medievalfestival.gr

 

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ …
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Πολιτιστικής Κληρονομιάς, όπως έχει ορισθεί η 18η Απριλίου από την UNESCO και το Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών (ΙCOMOS), το σημερινό Μεσαιωνολόγιο επιχειρεί να αναδείξει τη συμβολή του, κατά τα άλλα, σκοτεινού Μεσαίωνα και ειδικά του Βυζαντίου, στη διάσωση της αρχαίας πολιτιστικής μας κληρονομιάς …

Ποιες είναι οι σχέσεις του Χριστιανισμού με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό είναι θέμα που συζητιέται επί αιώνες και ακόμη χρήζει μελέτης… Είναι δύσκολο να περιγραφούν με δύο λόγια, καθώς δείχνουν να είναι τόσο συνυφασμένες όσο και αντιφατικές.

Ωστόσο, κάποτε συμπυκνώθηκαν μέσα στον όρο «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός», στην προσπάθεια να αποδοθεί η πνευματική ώσμωση, του ελληνικού στοιχείου με το χριστιανικό, που χαρακτήρισε μία περίοδο του Μεσαίωνα της Ελλάδας.

Το 2008 κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα βιβλίο που τάραξε τα νερά και προκάλεσε πολλές συζητήσεις, ακόμα και διαμάχες. Συγγραφέας ο Συλβαίν Γκουγκενέμ (Sylvain Gouguenheim), καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Λυών. Τίτλος του βιβλίου «Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν Μισέλ - Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης».

Η χρονική περίοδος της έρευνας του συγγραφέα εκτείνεται περίπου από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα, που θεωρούνται οι πιο σκοτεινοί για τη Λατινογενή Ευρώπη και συμπίπτουν με τους πιο φωτεινούς του ισλαμοαραβικού κόσμου.

Φαίνεται όμως ότι ούτε η Ευρώπη ζούσε την πιο σκοτεινή της περίοδο ούτε η ισλαμοαραβική ακμή υπήρξε τόσο φωτεινή όσο πιστέψαμε αργότερα. Εκείνο που αμφισβητεί ο καθηγητής Γκουγκενέμ είναι τη, μέχρι σήμερα, κυρίαρχη πεποίθηση στη Δύση ότι η λατινική Ευρώπη είχε εντελώς αποκοπεί από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, από τη γνώση και τη φιλοσοφία.

Οι επιστήμες μπορεί να διασώθηκαν και να αναπτύχθηκαν από τους Άραβες, αλλά όχι η φιλοσοφία ως διαδρομή ανεξάρτητης πνευματικής αναζήτησης. Αναμφίβολα η Αναγέννηση εμπεριέχει την αναδρομή στον αρχαίο κόσμο, ελληνικό και ρωμαϊκό, αλλά προηγήθηκαν, φαίνεται, άλλες διαδικασίες κατά τους «σκοτεινούς αιώνες», που έκαναν την Αναγέννηση επείγουσα ανάγκη ζωής και σκέψης, από κάθε άποψη.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο χριστιανικός κόσμος της Ανατολής που δεν έχασε ποτέ την οργανική του σχέση με την αρχαία γνώση και φιλοσοφία και δεν έπαψε ποτέ να διοχετεύει στη λατινική Δύση τις εμπειρίες του. Ο Αριστοτέλης και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς ήταν γνωστοί και μεταφρασμένοι στα λατινικά, δεκάδες χρόνια πριν ανακαλυφθούν οι αραβικές μεταφράσεις. Καίριο διαμεσολαβητικό ρόλο είχε το Βυζάντιο και οι ανατολικές επαρχίες του, ακόμα και μετά την αραβική κατάκτηση.

Τα χριστιανικά μοναστήρια από την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία και την Κωνσταντινούπολη έως το Μον-Σαιν Μισέλ της βόρειας Γαλλίας, όπου ο Ιάκωβος της Βενετίας μετέφρασε, πριν από τους Άραβες, ολόκληρο τον Αριστοτέλη, εξελίχθηκαν σε κέντρα αντιγραφής, μετάφρασης και μελέτης αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων. Και το πιο σημαντικό, τα μοναστήρια αυτά εξελίχθηκαν, με το πέρασμα του χρόνου, σε κέντρα συνάντησης και επικοινωνίας μιας πανευρωπαϊκής διανόησης, θρησκευτικής στην αρχή, που φαίνεται, όμως, ότι ήταν η πρώτη εκρηκτική ύλη για τη μεγάλη έκρηξη της Αναγέννησης.

Πιο συγκεκριμένα, η πορεία της μετάδοσης της αρχαιοελληνικής γνώσης ακολούθησε δύο δρόμους. Ο ένας δρόμος διασχίζει τη Δυτική Ευρώπη και αρχίζει τον 8ο αιώνα στον Καρολίγγειο κόσμο, ενώ συνεχίζει με τον Λουδοβίκο τον Ευσεβή (814-840) και τον γερμανικό κόσμο της οθωνικής δυναστείας (936-1024), για να αποκορυφωθεί τον 12ο αιώνα στον νορμανδικό κόσμο του αβαείου στο όρος Σαιν Μισέλ. Σ’ αυτή τη διαδρομή ο ρόλος του Ισλάμ αρχίζει μόλις τον 12ο αιώνα και έχει πολύ μικρή επίδραση, σύμφωνα με τον Γκουγκενέμ. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ότι ο χριστιανικός κόσμος αναζητούσε ένα ορθολογικό πνευματικό μέσο για να εκφράσει τα μυστήρια της πίστης, το οποίο και βρήκε στην αρχαιοελληνική σκέψη.

Ο άλλος δρόμος μετάδοσης της κλασικής γνώσης είναι αυτός του Βυζαντίου και των Σύρων χριστιανών. Αυτή η πορεία άρχισε τον 6ο αιώνα και από το Βυζάντιο και τον ανατολικό χριστιανικό κόσμο, έφθασε στη Σικελία και τη Νότια Ιταλία.

Σύμφωνα μάλιστα με τον διακεκριμένο Γάλλο ιστορικό, Μισέλ Καπλάν, ομότιμο καθηγητή και πρώην πρόεδρο του Πανεπιστημίου Paris 1 Pantheon-Sorbonne,  η Αναγέννηση ξεπήδησε στην Ιταλία, χάρη στη διατήρηση του αρχαίου πολιτισμού μέσα από τα βυζαντινά μοναστήρια όπου οι καλόγεροι αντέγραφαν τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, ώστε να μη χαθεί μια τεράστια προγονική κληρονομιά αλλά και χάρη στην πρόσληψη της αρχαίας γραμματείας μέσω των Βυζαντινών λογίων, από τους οποίους άντλησε η Δύση τις πηγές της Αναγέννησης, από το 1200 και μετά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Πατριάρχης Φώτιος, ο οποίος υπήρξε μία από τις εμβληματικές μορφές της ιστορίας του Βυζαντίου και ένας από τους σημαντικότερους λόγιους του μεσαιωνικού ελληνισμού. Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνεται η «Μυριόβιβλος» ή «Βιβλιοθήκη», όπου αναφέρεται σε 279 αρχαίους συγγραφείς, παραθέτοντας αποσπάσματα και περιλήψεις από τα έργα τους, που σε άλλη περίπτωση θα είχαν χαθεί οριστικά.

Με τη «Μυριόβιβλο», ο Φώτιος εισήγαγε τον 9ο αιώνα τη νέα στάση της Ορθοδοξίας απέναντι στους Αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, εγκαινιάζοντας τον «Βυζαντινό κλασικισμό», τη χρησιμοποίηση δηλαδή (και εν μέρει αφομοίωση) ενός μέρους της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στην πνευματική ζωή των Χριστιανών.

Ήδη όμως από τον 4ο αι. δε θεωρείται ανεπίτρεπτη η ενασχόληση με την κλασική παιδεία, αρκεί να τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις και η μελέτη των αρχαίων να γίνεται με τρόπο κριτικό, ώστε ο αναγνώστης να κρατήσει τα πραγματικά ωφέλιμα στοιχεία από τη μελέτη τους, όπως όριζε Μέγας Βασίλειος, στον γνωστότατο λόγο του «Προς τους νέους, όπως αν έξ έλληνιχών ώφελοΐντο λόγων». Κατόπιν, τον 10ο αι., στα σχολεία της Κωνσταντινουπόλεως διδάσκονταν ο Όμηρος, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ησίοδος, ο Αριστοφάνης κ.α. όπως επίσης η διαλεκτική, οι φιλοσοφικές επιστήμες, η ρητορική και η αστρονομία.

Στη λογοτεχνική παραγωγή, το 12ο αι. υπάρχουν πολλά σατιρικά έργα εμπνευσμένα από τον Λουκιανό, όπως ο «Φιλόπατρις» ή ο «Τιμαρίων». Οι δε Καππαδόκες Πατέρες μορφώθηκαν με βάση τη νεοπλατωνική σκέψη. O μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας αγόρασε και παρήγγειλε να αντιγραφούν πολυάριθμα χειρόγραφα ανάμεσα στα οποία ο Ευκλείδης, ο Πλάτωνας, ο Λουκιανός, ο Αριστοτέλης, ο Πίνδαρος κ.α.

O λόγιος του 12ου αι. Ιωάννης Τζέτζης συνέταξε σχολιασμούς στον Όμηρο και τον Ησίοδο και τα παραδείγματα διάσωσης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από τους Βυζαντινούς, είναι ακόμα πολλά … Μπορεί να υπήρξε μία κάμψη της πνευματικής δραστηριότητας κατά τους λεγόμενους Σκοτεινούς Αιώνες (650-850), όχι όμως πλήρης σιγή των γραμμάτων, όπως υποστηριζόταν έως ακόμα και πριν πενήντα χρόνια.

Τι αναζητούν οι Βυζαντινοί λόγιοι στα αρχαία κείμενα; Γλωσσικά πρότυπα. Η γραπτή γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στο Βυζάντιο ήταν εντελώς ακαλλιέργητη, καθώς προερχόταν από μία περίοδο μεγάλης ύφεσης και έπρεπε να αποκτήσει ξανά επαφή με τις ρίζες της, μέσα από την αρχαία ελληνική γραμματεία.

Δεν υπήρχε πια απειλή από το παρελθόν και τους «εθνικούς / ειδωλολάτρες», που έθεταν σε κίνδυνο το δόγμα αλλά μόνο, σύμφωνα με τον Φώτιο, απειλή από τους Λατίνους που ήθελαν να διεισδύσουν στα Βαλκάνια. Με την υιοθέτηση ξανά της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας από το Βυζάντιο, ορθωνόταν ένα ανάχωμα στους Δυτικούς και φυτευόταν, τελικά, ο σπόρος του «ελληνορθόδοξου πολιτισμού», που αιώνες αργότερα θα γίνει ο εθνικός αυτοπροσδιορισμός του νεοελληνικού κράτους.

ΠΗΓΕΣ:
Στυλιανός Λαμπάκης, «Το Βυζάντιο και η αρχαιοελληνική διανόηση», Ἐκδ. Ἡρόδοτος-ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2003
www.tanea.gr
www.amna.gr
www.sansimera.gr
www.kathimerini.gr
www.postmodern.gr