Πανέτοιμη (από καιρό) δηλώνει η υποψήφια βουλευτής Λίτσα Φτακλάκη

Η Ελευθερία (Λίτσα) Φτακλάκη δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι γνωστή στα νησιά και τον τόπο μας, για την προσφορά της μέσα από τις θέσεις που έχει υπηρετήσει τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερα από τη θητεία της ως αντιπεριφερειάρχης Νοτίου Αιγαίου.
Αεικίνητη, κατηρτισμένη και «άριστα διαβασμένη» σε θέματα που έχουν σχέση με τον τουρισμό, τη νησιωτικότητα, τις διεθνείς εξελίξεις. 
Μπορεί με εξαιρετική άνεση να αφουγκραστεί τα πaροβλήματα που υπάρχουν στην κοινωνία και να προτείνει ρεαλιστικές λύσεις. Το πιο σημαντικό όμως για όσους γνωρίζουν καλά τη Λίτσα Φτακλάκη είναι ότι μπορεί να σταθεί στο πλευρό των απλών ανθρώπων. Αθόρυβα τις περισσότερες φορές. Ουσιαστικά όμως. Με αποφασιστικότητα και συντονισμένες ενέργειες διεκδικώντας λύσεις.
Κι αυτό είναι το ζητούμενο ίσως σήμερα από όλους και όλες που ασχολούνται με τα κοινά.

 

Είναι έτοιμη για τη μάχη των βουλευτικών εκλογών η Λίτσα Φτακλάκη; Και τι περιμένει από αυτή την εκλογική αναμέτρηση, η οποία χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα κρίσιμη;
Σαν έτοιμη από καιρό, κύριε Μαστή, καθώς γνωρίζετε πως αγωνίζομαι πολλά χρόνια για τον τόπο μου, για τα νησιά μας αφενός με την επαγγελματική μου ιδιότητα ως στέλεχος του Δήμου Ρόδου στους τομείς του προγραμματισμού, των  ευρωπαϊκών προγραμμάτων και διεθνών σχέσεων, της δια βίου εκπαίδευσης και της κοινωνικής πολιτικής και αφετέρου ως εκλεγμένη περιφερειακή σύμβουλος Νοτίου Αιγαίου, όπου και διετέλεσα αντιπεριφερειάρχης  Νοτίου Αιγαίου για θέματα τουρισμού, ευρωπαϊκών θεμάτων και διεθνών συνεργασιών. Επομένως, η συμμετοχή μου στις επικείμενες εκλογές της 7ης Ιουλίου με το Κίνημα Αλλαγής στα Δωδεκάνησα αποτελεί μια φυσική εξέλιξη καθώς νιώθω πλέον έτοιμη να δώσω τις μάχες μου από τα βουλευτικά έδρανα. 
Η κρισιμότητα της εποχής απαιτεί πολιτικούς που να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες συνθήκες, τα μεγάλα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Η εκπροσώπηση των νησιωτών μας στη Βουλή απαιτεί γνώσεις, εμπειρία στα κοινά και σίγουρα ωριμότητα. Και πιστέψτε με η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί το μεγαλύτερο σχολείο. Συνεπώς, προσωπικά, νιώθω έτοιμη  να προασπίσω τα συμφέροντα και τα δίκαια αιτήματα των νησιών μας στο ελληνικό Κοινοβούλιο. 

Σας προβληματίζει κι εσάς το γεγονός ότι ολοένα και λιγότερες είναι οι γυναίκες εκείνες και που ασχολούνται με τα κοινά και ακόμα πολύ λιγότερος ο αριθμός των γυναικών εκείνων που τελικά καταφέρνουν ν’ αναδειχθούν;
Πάρα πολύ και μάλιστα με θλίβει αυτή η διαπίστωση καθώς θεωρώ πως η ισότιμη συμμετοχή ανδρών-γυναικών στα κοινά αποτελεί την πεμπτουσία της δημοκρατίας. Ομολογώ πως σοκαρίστηκα με τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών στο δήμο Ρόδου, όπου από τις 153 υποψήφιες γυναίκες στους 5 συνδυασμούς, εξελέγησαν μόνο 2!!! Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Αν μια πολιτισμένη κοινωνία, όπως είναι η Ρόδος δεν τολμά να αναδείξει γυναίκες στο δημοτικό συμβούλιο, τότε πραγματικά υπάρχει μεγάλο πρόβλημα που μάλιστα δείχνει εντονότερο αν αναλογιστούμε πως οι γυναίκες αποτελούν την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος.
Αντίστοιχα απογοητευτικά είναι τα νούμερα και στο ελληνικό Κοινοβούλιο καθώς η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των κρατών- μελών της ΕΕ ως προς τη συμμετοχή γυναικών στο κοινοβούλιο με ποσοστό 18,3%. 
Επομένως, είναι σημαντικό να επανεξετάσουμε τις πολιτικές της έμφυλης διάστασης, να εξαλείψουμε τις διακρίσεις και να ενισχύσουμε με στοχευμένες προτάσεις την ενεργοποίηση και συμμετοχή των γυναικών στα κοινά. Απαιτούνται προγράμματα εκπαίδευσης, ενισχυτικές δράσεις και υποστηρικτικές δομές (συμβουλευτικές δομές, παιδικοί σταθμοί, φροντίδα ηλικιωμένων, πρόσβαση στην αγορά εργασίας και καλά αμειβόμενη εργασία, κα), προκειμένου να ενισχυθεί η γυναικεία συμμετοχή στο δημόσιο βίο. 
Και το σημαντικότερο να πιστέψουμε εμείς οι γυναίκες σε εμάς και να ψηφίζουμε ικανές και άξιες γυναίκες…  Άλλωστε, το ζητούμενο στη δημοκρατία είναι η επιλογή των άριστων και όχι των αρεστών. Επομένως, η επιλογή της εκπροσώπησής μας σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης απαιτεί μια ισόρροπη συμμετοχή από άξιους εκπροσώπους και των δύο φύλων. 

Ποιο κατά τη δική σας εκτίμηση είναι το πιο σπουδαίο και το πιο σημαντικό πρόβλημα για τα νησιά μας, αυτή τη χρονική στιγμή και πώς αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί κατά την άποψή σας;
Όλα ξεκινούν και καταλήγουν σε μια λέξη: νησιωτικότητα. Μια έννοια που προσωπικά θεωρώ ευλογία, έχουμε καταντήσει  - και εννοώ τον όρο - να την αντιλαμβανόμαστε ως κατάρα. Η νησιωτικότητα, δηλαδή η ζωή σε μια γεωγραφική περιοχή με πληθώρα νησιών, παρά το γεγονός ότι και σε εθνικό (συνταγματικό) επίπεδο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συνθήκες) έχει αναγνωριστεί ως μια παράμετρος που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και ειδικής πολιτικής δράσης, δεν έχει τύχει της δέουσας αντιμετώπισης τόσο εθνικά όσο και ευρωπαϊκά. Δεν έχουν υπάρξει, τουλάχιστον σε βαθμό που να γίνουν αισθητές στην καθημερινότητα των νησιωτών, οι δημόσιες εκείνες πολιτικές που θα μας κάνουν όλους να νιώσουμε ότι δεν είμαστε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. 
Τα παραδείγματα είναι πολλά. Οι υποδομές στα νησιά δεν επαρκούν, όχι μόνο τη θερινή τουριστική περίοδο, αλλά και κατά τη χειμερινή περίοδο να παράσχουν σε όλους συνθήκες ασφαλούς και άνετης διαβίωσης. Οι υποδομές μεταφορών (λιμάνια, αεροδρόμια, δρόμοι, κ.λπ.) παρά το ότι έχουν λάβει τη μερίδα του λέοντος από τις επιχορηγήσεις της ΕΕ ακόμη δεν έχουν φτάσει σε επίπεδα που να αλλάξουν την ποιότητα ζωής των νησιωτών. Η δε ενδο/δια- περιφερειακή διασύνδεση των νησιών μας αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα καθώς η κατάσταση στις μεταφορές αντί να βελτιώνεται χειροτερεύει. Όσο για την υγεία, οι ελλείψεις αναδεικνύονται καθημερινά τόσο σε προσωπικό και σε εξοπλισμό, όσο και κτηριακές υποδομές.  Η εκπαίδευση των παιδιών μας συχνά εξαρτάται από το φιλότιμο των εκπαιδευτικών που υπερβάλλουν εαυτόν για να δώσουν στη νέα γενιά τα εφόδια για μια κοινωνία πολύ απαιτητική, και μια αγορά εργασίας με συχνά απαγορευτικές συνθήκες. Και φυσικά όλες αυτές οι καταστάσεις έχουν ως ευρύτερη συνέπεια τη φυγή του πληθυσμού και την ερήμωση των νησιών.
Η αυτοδιοίκηση καλείται συχνά να αναπληρώσει αυτές τις αδυναμίες του κεντρικού κράτους και αυτό με αποσπασματικές αρμοδιότητες και πενιχρούς πόρους, οι οποίοι μάλιστα υπόκεινται σε ασφυκτικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς αξιοποίησης. 
Τα νησιά μας αντιμετωπίζουν και το μεγάλο πρόβλημα της υπερφορολόγησης και της κατάργησης των ειδικών συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά μας, πολιτικές που φέρουν την υπογραφή του ΣΥΡΙΖΑ και που δυναμιτίζουν την τοπική οικονομία των νησιών μας  που δεν αντέχει άλλο από την κρατική αφαίμαξη. 
Είναι επιβεβλημένο να γίνει κατανοητό σε όλους ότι η νησιωτική Ελλάδα δεν είναι μια άλλη χώρα. Δεν ζει σε άλλο σύμπαν. Και επομένως όταν σχεδιάζονται και υλοποιούνται δημόσιες πολιτικές, η νησιωτικότητα πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστη παράμετρο σκέψης και δράσης. Σε αυτό φιλοδοξώ να συμβάλλω.    
 
Τι θα μπορούσε να σας εξοργίσει περισσότερο σε αυτή την προεκλογική διαδικασία; 
Με έχει ήδη εξοργίσει η συμπεριφορά της κυβέρνησης που αν και έχει νωπή τη λαϊκή αποδοκιμασία στις ευρωπαϊκές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές συνεχίζει να προβαίνει σε πράξεις που έχουν προφανή προεκλογικό χαρακτήρα (παροχές, επιλογές και διορισμούς αρεστών, κ.λπ.), καταπατώντας κάθε έννοια σεβασμού που επιτάσσει η δημοκρατική πολιτειακή οργάνωση και λειτουργία σε μια προεκλογική διαδικασία.  
Βέβαια, αυτή η συμπεριφορά δεν εκπλήσσει καθώς ακόμη και η ίδια επιλογή της χρονικής περιόδου για την προκήρυξη των εκλογών, μεσούσης της τουριστικής περιόδου, αποτελεί, κατά την εκτίμησή μου, σκόπιμη ενέργεια καθώς όλοι ασχολούνται με τις δουλειές τους, ιδίως σε τουριστικές περιοχές όπως τα νησιά, και σίγουρα δεν έχουν χρόνο να παρακολουθήσουν την προεκλογική διαδικασία. Και πολύ φοβάμαι πως θα υπάρχει μεγάλη αποχή σε μια εκλογική αναμέτρηση τόσο κρίσιμη για το μέλλον του τόπου.

Θα πρέπει ή όχι όλοι και όλες που ασχολούνται με τα κοινά, να έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους και το λεγόμενο πολιτικό κόστος, όταν χρειάζεται να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις;
Βασική μου αρχή είναι η λειτουργία της πολιτικής με ήθος, κοινωνική δικαιοσύνη, διαφάνεια και λογοδοσία. Επομένως, για μένα είναι αυτονόητο πως η πολιτική απαιτεί συγκρούσεις με κατεστημένα, με συμφέροντα και με οτιδήποτε εκμαυλίζει το δημόσιο βίο. Το πολιτικό κόστος είναι αναγκαίο και αν θέλετε, για εμένα μεταφράζεται σε πολιτική εντιμότητα. 

Υπάρχει ελπίδα; Για τη χώρα μας, για τους νέους μας, για τους ανθρώπους που έμειναν εδώ γαντζωμένοι στα νησιά μας, να αγωνίζονται και σε πείσμα των καιρών να μην εγκαταλείπουν;
Εάν δεν υπήρχε ελπίδα δεν θα αγωνιζόμασταν. Και εννοώ γνήσια ελπίδα, όχι τις ψευδεπίγραφες θέσεις, συνθηματολογικού χαρακτήρα, του ΣΥΡΙΖΑ. Η ελπίδα μπορεί να έλθει μόνο μέσα από μια κυβέρνηση που θα στηρίξει τη νέα γενιά, τους πολίτες της, τις τοπικές παραγωγικές δυνάμεις σε μια ισόρροπη ανάπτυξη  με όρους βιωσιμότητας και διαγενεακής δικαιοσύνης, θα τολμήσει να απογαλακτίσει την τοπική αυτοδιοίκηση από το κράτος, θα λειτουργήσει  με επίκεντρο τις αξίες και τις αρχές της σοσιαλδημοκρατίας και θα διακυβερνήσει με ένα κοστολογημένο Σχέδιο για την Ελλάδα, προϊόν διαβούλευσης με όλες τις τοπικές κοινωνίες. 
Το Κίνημα Αλλαγής αποτελεί τη μόνη καθαρή και σίγουρα επιλογή για να νιώσουμε και πάλι εθνικά υπερήφανοι, να δώσουμε πνοή στα όνειρα της νέας γενιάς, να δημιουργήσουμε τη νέα παραγωγική Ελλάδα…. 
Στις 7 Ιουλίου οι νησιώτες θα δώσουν ένα μήνυμα ελπίδας, ψηφίζοντας Κίνημα Αλλαγής.